info@saintpaul-amicale.gr     210 45 11 954

Tête-à-tête με το Λεωνίδα Μπλαβέρη

Απόφοιτος της δεκαετίας του ’70, με ειδίκευση στο στρατιωτικό ρεπορτάζ για περισσότερα από 35 χρόνια. Όπως αντιλαμβάνεστε, αυτό το διάστημα είναι περιζήτητος ένεκα της έντασης μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας. Όταν του ζητήθηκε να παραχωρήσει συνέντευξη, απάντησε με την αγαπημένη του φράση προς επίρρωση της επαγγελματικής του ιδιότητας. «Μολών λαβέ. Να τα πούμε στο Σύλλογό μας όπου και μένω πολύ κοντά, αντί του τηλεφώνου;».

Μαζί μας σ’ ένα ακόμα Tête-à-tête, o Λεωνίδας Μπλαβέρης, απόφοιτος του ’76 με τον οποίο συνομιλήσαμε για τα χρόνια στη «Γαλλική» και τη φιλοσοφία της Σχολής τότε, τη στροφή στο αμυντικό ρεπορτάζ, τη φύση του εν λόγω κλάδου καθώς και τις δυσκολίες και τις εμπειρίες ζωής που βίωσε τόσο ως στρατιωτικός δημοσιογράφος όσο και ως πολεμικός ανταποκριτής αλλά βέβαια και για το πέρασμά του από τα δρώμενα του Συλλόγου μας ως Ειδικός και Γενικός Γραμματέας.

Για να σπάσει ο πάγος και βάσει της επαγγελματικής ιδιότητας, «πάμε πόλεμο» όπως είχε ειπωθεί η ατάκα στο «Σειρήνες στο Αιγαίο» (γέλια);

Για πόλεμο δεν πάμε αλλά για ένα θερμό καλοκαίρι, το πιστεύω. Ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ, ο Στρατηγός Φλώρος, μου είχε πει πρόσφατα ότι αυτό το καλοκαίρι δεν προβλέπονται άδειες για τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, θέλοντας να δείξει ότι δεν υπάρχει εφησυχασμός.

Προσωπικά, θεωρώ ότι δε θα έχουμε κάτι άσχημο γιατί δε συμφέρει και τις δύο χώρες (βλ. τουρισμός). Αυτό όμως δε σημαίνει ότι δε θα υπάρχουν βερμπαλισμοί, υπερπτήσεις που υποδηλώνουν μια νοσηρή μονιμότητα κλπ.

Ωραία, πάμε να τα πιάσουμε ένα-ένα. Πάμε σ’ έναν άλλον «πόλεμο», αναίμακτο και ανέμελο. Απόφοιτος του ’76, οπότε η ερώτηση, πως προέκυψε η «Γαλλική»;

Η «Γαλλική» προέκυψε λόγω γειτονίας. Το πατρικό μου σπίτι ήταν στην πίσω γωνία της «Γαλλικής». Οπότε την ήξερα από μικρός. Επομένως το κουδούνι της «Γαλλικής» και το παιχνίδι στη «Γαλλική» κάθε Σάββατο που οι frères άνοιγαν τις πόρτες και έπαιζαν όλα τα παιδιά της γειτονιάς, είχε κάνει το Σχολείο οικείο και σε εμένα και στην οικογένειά μου. Όταν λοιπόν τελείωσα το δημοτικό, οι γονείς έκαναν αυτήν τη θυσία γιατί ήταν ιδιωτικό σχολείο μεν, με λογικό τίμημα δε. Ο πατέρας ήταν ναυτικός, «θαλασσοπνιγόταν» και έπρεπε κι εγώ να τιμώ τον κόπο και τον αγώνα του και άρα να είμαι καλός μαθητής. Οπότε και εγώ και ο μικρότερος κατά τρία έτη αδερφός μου, δώσαμε εξετάσεις όπως συνηθιζόταν τότε στη «Γαλλική». Μπήκαμε (έχοντας συγκεντρώσει αμφότεροι πολύ υψηλή βαθμολογία) και για έξι χρόνια ήμουν ένας περήφανος μαθητής του Saint-Paul.

Το πνεύμα του Δελασάλ σημαίνει πρώτιστα τη δημιουργία ενός καλού ανθρώπου και έπειτα ενός καλού μαθητή

Πως είναι τα πράγματα τότε και στη Σχολή αλλά και σε επίπεδο κοινωνίας;

To 1970 που μπήκα εγώ στη Γαλλική ήταν στη μέση της δικτατορίας. Το Σχολείο ήταν αμιγώς σχολείο αρρένων, έχοντας αποκλειστικά άντρες καθηγητές και πολλούς frères (νομίζω 6-7). Νομίζω ήταν ιδανικός ο αριθμός των frères προκειμένου να μεταλαμπαδευτεί το πνεύμα του Δελασάλ που σημαίνει πειθαρχία, προσοχή και προσήλωση στα μαθήματα και με στόχο, πρώτιστα τη δημιουργία ενός καλού ανθρώπου και έπειτα ενός καλού μαθητή. Αυτή είναι η δική μου εντύπωση αλλά μπορώ να το αιτιολογήσω. Στο τέλος κάθε χρονιάς, η Σχολή έδινε ένα βραβείο με τρία κριτήρια. Πρόκειται για τον λεγόμενο «Χρυσό Έπαινο», από το χρυσό μαίανδρο που τον περιέβαλε,  όπου έπρεπε α) να έχεις πρωτεύσει τουλάχιστον σε ένα μάθημα, β) να έχεις άριστη διαγωγή και γ) να μην έχεις σημειώσει καμία απουσία.

Ως σχολείο αρρένων θεωρώ ότι ήμασταν πιο εύκολα διαχειρίσιμοι. Υπήρχε μια άλλη γλώσσα επικοινωνίας. Μετά ας πούμε, για το στρατό, ήταν πιο εύκολο για εμάς, έχοντας λάβει τέτοια διαπαιδαγώγηση.

Σε επίπεδο κοινωνίας, τα πρώτα τρία χρόνια εκείνης της δεκαετίας είχαμε δικτατορία, μετά ήρθε η μεταπολίτευση και είχαμε δημοκρατία. Αυτή η έκρηξη ελευθερίας, την οποία εγώ δεν είχα νιώσει κατά τα τρία πρώτα χρόνια του σχολείου, είχε αντίκτυπο στην ελληνική κοινωνία της εποχής. Να σου δώσω ένα απλό παράδειγμα. Όταν ήμασταν μαθητές της Δ’ Γυμνασίου, 16 χρονών, είχε ανοίξει στη Ζέα ένας κινηματογράφος και είχε πάει ένας συμμαθητής μου και φίλος για να δει ένα έργο που ήταν ακατάλληλο. Για κακή του τύχη, δύο θέσεις πίσω του, καθόταν ένας γυμναστής που είχαμε τότε. Τον βλέπει στο διάλειμμα. Ο συμμαθητής ήταν με μία φίλη του. Του λέει στο διάλειμμα «έλα να σου πω λίγο έξω». Βγαίνουν έξω και του λέει «Αύριο θα φέρεις το petit carnet να σου γράψω ότι παρακολουθείς ακατάλληλα έργα». Ο μαθητής απαντά «μάλιστα κ. καθηγητά» και πάει να φύγει. Του λέει τότε ο καθηγητής «Κάτσε να το δεις με τη φίλη σου αλλά αύριο θα έρθεις». Δηλαδή, η κοινωνία πρότασσε ότι αν είσαι ανήλικος δεν πας να δεις ακατάλληλο έργο όμως από την άλλη ο καθηγητής έδειξε κατανόηση γνωρίζοντας πώς να συμπεριφερθεί σε έναν έφηβο και να μην τον «προσβάλει» μπροστά σε ένα κορίτσι, αναγνωρίζοντας ότι έχει να διαπαιδαγωγήσει εφήβους. Λεπτομέρειες θα πείτε, αλλά για μας τότε αυτές οι «λεπτομέρειες» μετρούσαν πολύ.

Πως αντιλαμβάνεσαι το αποτύπωμα που αφήνει η Σχολή στον Πειραιά, όντας βέρος Πειραιώτης, εκείνη την περίοδο;

Εμείς ως Πειραιώτες αλλά παράλληλα και ως μαθητές και απόφοιτοι της Σχολής, είμαστε πολύ περήφανοι για το Σχολείο. Θυμίζω ότι στα δικά μας τα χρόνια, η «Γαλλική Αρρένων» παρήλαυνε πρώτη στις παρελάσεις του Πειραιά. Ήταν μεγάλη τιμή για εμάς. Από πίσω μάλιστα ήταν το αδελφό σχολείο της Jeanne d’ Arc, που ήταν αμιγώς θηλέων τότε, οπότε για εμάς υπήρχε ένα κίνητρο παραπάνω, να παρελάσουμε με όσο το δυνατόν καλύτερο τρόπο γιατί μας έβλεπαν και τα κορίτσια (γέλια). Ήταν ένα καλό σχολείο με καλές αρχές και ήταν γνωστό στον Πειραιά. Ίσως από πλευράς επιδόσεων να μην είχαμε τις επιτυχίες που είχε η Ιωνίδειος παρ’ όλα αυτά, ο Άγιος Παύλος ήταν ένα περιζήτητο σχολείο.

Όσον αφορά εμένα, οπουδήποτε γράφω ο,τιδήποτε, πάντα αναφέρω «Απόφοιτος Τάξεως 1976 του Saint-Paul». Ένα «κόλπο» που έχω πάρει από τους απόφοιτους των στρατιωτικών σχολών προκειμένου να γνωρίζουν μεταξύ τους την αρχαιότητα.

Να υποθέσω επίσης εκ των υστέρων ότι το αγαπημένο μάθημα ήταν η ιστορία ή/και η έκθεση;

Ναι. Όταν τελείωσα την ΣΤ’ Γυμνασίου, είχα πρωτεύσει σε Αρχαία Ελληνικά, Νέα Ελληνικά, Λατινικά, Θρησκευτικά και έχασα την Ιστορία για 1 βαθμό από το συμμαθητή, κολλητό μου και διπλανό μου στο θρανίο, τον Μάκη Μονογυιό. Αυτό όμως συνέβη γιατί είχαμε πολύ καλούς καθηγητές. Μεταξύ αυτών, τον πατέρα και το γιο Ληξουριώτη τους είχα τόσο στο Σχολείο όσο και στο φροντιστήριο. Μπήκα στο Πανεπιστήμιο με Άριστα 20/20 στην Ιστορία και στα Λατινικά.

Καλοκαίρι του ’76, ο κύκλος του “Saint-Paul” τελειώνει. Τι ακολουθεί;

Ακολουθεί μια αποτυχημένη προσπάθεια να μπω Σχολή Ευελπίδων που ήταν το παιδικό μου όνειρο. Τη δεύτερη χρονιά δίνω για τη Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών Σωμάτων (ΣΣΑΣ) της Θεσσαλονίκης και πάλι δεν τα κατάφερα, καθώς ήλθα 2ος επιλαχών, ενώ έχασα και την τότε Πάντειο Σχολή, που ήταν η τελευταία Σχολή του Νομικού κύκλου, για 2-3 μονάδες. Ο πατέρας μου προς τιμήν του μου είπε «Συνεχίζεις τον αγώνα, κανονικά». Πέρασα την τρίτη χρονιά στη Νομική Αθηνών, στο Δημόσιο Δίκαιο το οποίο και τελείωσα με πτυχιακή εργασία στο Διεθνές Δίκαιο για το Δίκαιο που διέπει τις Αεροπειρατείες Συμβάσεις Χάγης και Μόντρεάλ, πολύ επίκαιρο και πρόσφατο – τότε – θέμα καθώς οι συμβάσεις αυτές ήταν του 1980 και 1982 και δεν υπήρχε και ιντερνέτ τότε για γκουγκλάρισμα κλπ.

Και πως προκύπτει η ενασχόληση με τη δημοσιογραφία και τη στρατιωτική δημοσιογραφία και το αμυντικό ρεπορτάζ;

Τελείως συμπτωματικά. Εγώ μετά τη στρατιωτική θητεία που ήταν τότε 24 μήνες, έπιασα δουλειά στη ναυτιλιακή εταιρεία του Μιλτιάδη Μαρινάκη ο οποίος ήταν σαν πατέρας μου – αδελφικός φίλος με τον πατέρα μου, όντας αμφότεροι Μηχανικοί του Εμπορικού Ναυτικού. Δούλεψα 4,5 χρόνια εκεί και ενδιάμεσα, το 1986, βλέπω σ’ ένα περίπτερο στο Δημοτικό Θέατρο το νέο τότε περιοδικό «Αμυντικά Θέματα» και όπως τα ξεφυλλίζω με συναντά ο Θύμιος Πέτρου, φίλος, Πειραιώτης και ήδη δημοσιογράφος, λέγοντάς μου: «τι το κοιτάς, δε βάζεις ένα χεράκι κι εσύ;». Ήταν αρχισυντάκτης και γνωρίζοντας ότι είχα «τρέλα» με αυτά, μου έκανε την πρότασή του. Έτσι μπήκα και βοήθησα, ερασιτεχνικά στην αρχή. Το πρώτο άρθρο μου δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 1986. Από το 1990 και μετά, πήγα σε επαγγελματικό επίπεδο, ενώ από τις αρχές του 1990 είμαι διαπιστευμένος δημοσιογράφος στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, όπου κάνω για 32 χρόνια το στρατιωτικό ρεπορτάζ, ενώ τα 20 τελευταία χρόνια είμαι και διπλωματικός συντάκτης, διαπιστευμένος  στο Υπουργείο Εξωτερικών.

Τι ξεχωρίζει τη στρατιωτική δημοσιογραφία από τ’ άλλα είδη δημοσιογραφίας;

Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας είναι ένα υπερ-υπουργείο. Περιέχει τα πάντα. Από θέματα πολιτικής, κοινοβουλίου, εξοπλισμών, στρατιωτικής διπλωματίας, ασφάλειας, άμυνας, εξωτερικής πολιτικής, εκπαίδευση (σε επίπεδο σχολών) μέχρι και θρησκευτικά (Θρησκευτικό Σώμα των Ενόπλων Δυνάμεων, με επικεφαλής Ταξίαρχο-Στρατιωτικό Ιερέα). Κάποιος ο οποίος ασχολείται με το στρατιωτικό ρεπορτάζ, πρέπει να έχει γνώσεις με το σύνολο όλων των υπολοίπων ρεπορτάζ.

Πολεμικό ρεπορτάζ μπορεί να κάνει ο οποιοσδήποτε άμα του δώσει εντολή το μέσο στο οποίο εργάζεται για να πάει να καλύψει ένα πολεμικό συμβάν. Δηλαδή, ο πολεμικός ρεπόρτερ μπορεί να είναι και κάποιος που κάνει ελεύθερο ρεπορτάζ, αστυνομικό, άμυνας κλπ. Στρατιωτικό ρεπορτάζ σημαίνει όμως να βρίσκεσαι στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας και να καλύπτεις ότι συμβαίνει εκεί και αυτό το κάνει κάποιος διαπιστευμένος.

Τι πρέπει κανείς να κατέχει προκειμένου να ακολουθήσει τον εν λόγω κλάδο; Και βέβαια, τι απαιτήσεις έχει;

Ο δημοσιογράφος ο οποίος ασχολείται με το στρατιωτικό ρεπορτάζ πρέπει να έχει αγάπη πρωτίστως για το ρεπορτάζ και γνώσεις γιατί υπάρχουν τόσο τεράστιες στρατιωτικές εξελίξεις όπου ένας στρατιωτικός συντάκτης για να μπορέσει να κάνει επαρκώς τη δουλειά του πρέπει να διαβάζει και να ενημερώνεται συνεχώς. Από εκεί και πέρα, από το ρεπορτάζ και την καθημερινή επαφή που έχεις με τους στρατιωτικούς, πρέπει από μόνος σου να ξέρεις ως που μπορείς να πας, χωρίς να υπερβείς εσκαμμένα και χωρίς να δημιουργήσεις προβλήματα. Γιατί θα πρέπει πάντα να θυμάσαι πως ό,τι γράψεις εσύ ως είδηση που έχει προκύψει από το ρεπορτάζ, κάποιος άλλος θα το διαβάσει, θα το μετουσιώσει, θα το αναλύσει και θα το χρησιμοποιήσει για τους δικούς του σκοπούς. Από εκεί και πέρα, πρέπει να θυμάσαι πάντα, πως από αυτό που έγραψες εσύ μπορεί να εξαρτώνται κάποιες ζωές στον Έβρο, στα πλοία του Στόλου ή στους ουρανούς του Αιγαίου. Αυτή είναι και η διαφοροποίηση του διαπιστευμένου στρατιωτικού συντάκτη από έναν άλλο συνάδελφο ο οποίος δεν είναι διαπιστευμένος. Επιπλέον, άλλο το στρατιωτικό ρεπορτάζ και άλλο το πολεμικό ρεπορτάζ. Πολεμικό ρεπορτάζ μπορεί να κάνει ο οποιοσδήποτε άμα του δώσει εντολή το μέσο στο οποίο εργάζεται για να πάει να καλύψει ένα πολεμικό συμβάν. Δηλαδή, ο πολεμικός ρεπόρτερ μπορεί να είναι και κάποιος που κάνει ελεύθερο ρεπορτάζ, αστυνομικό, άμυνας κλπ. Στρατιωτικό ρεπορτάζ σημαίνει όμως να βρίσκεσαι στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας και να καλύπτεις ότι συμβαίνει εκεί και αυτό το κάνει κάποιος διαπιστευμένος.

Το στρατιωτικό ρεπορτάζ έχει περισσότερες απαιτήσεις από ότι έχουν άλλα ρεπορτάζ και δεν υπάρχουν αργίες, άδειες κλπ. Αυτός που θέλει να ασχοληθεί με αυτό, πρέπει να έχει αγάπη για το αντικείμενο. Το γεγονός ότι εμπλέκεται επίσης με άντρες και γυναίκες στρατιωτικούς που έχουν μια ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση. Και τι εννοώ με αυτό; Όταν για παράδειγμα, έκλεινα ένα ραντεβού για να βρεθώ με ένα στρατιωτικό, λέγαμε π.χ. στις 08:00. Εγώ πήγαινα 07:55. Για ένα στρατιωτικό, είναι ό,τι χειρότερο να του πεις 08:00 και να πας 08:10! Στα άλλα ρεπορτάζ δεν παίζει ρόλο, ίσως μάλιστα και να δίνει ένα «ακαδημαϊκό τέταρτο». Ο στρατιωτικός συντάκτης λοιπόν πρέπει να προσαρμοστεί αυτός στο ρεπορτάζ που κάνει και όχι το ρεπορτάζ σε αυτόν. Και βέβαια, να δείξεις ότι αυτό που κάνεις το αγαπάς. Τελευταίο και πιο σημαντικό, να σέβεσαι τα «off the record» που σου λένε οι συνομιλητές σου. Αν αυτό είναι αυτονόητο μία φορά για όλους τους δημοσιογράφους, όλων των ρεπορτάζ, στο στρατιωτικό ρεπορτάζ αυτό ισχύει 10 φορές περισσότερο! Ό,τι σου μεταφέρεται είναι αφενός επειδή σε σέβονται, σε εκτιμούν και σε εμπιστεύονται, αφετέρου δε αν τα «βγάλεις», κάποιοι διακινδυνεύουν τη ζωή τους από αυτά στο πεδίο της μάχης.

Να φανταστώ ότι σε περιστάσεις όπως αυτή που βιώνουμε εδώ και μήνες, δεν υπάρχει περιθώριο προσωπικής ξεκούρασης.

Ο στρατιωτικός συντάκτης και οι εκπρόσωποι τύπου των επιτελείων δεν έχουν ξεκούραση. Σου ήρθε μια πληροφορία τα μεσάνυχτα, μπορείς να πάρεις τηλέφωνο τον εκπρόσωπο τύπου του συγκεκριμένου επιτελείου, μόνο και μόνο για να τσεκάρεις. Οι άδειες διακοπών υπάρχουν τυπικά και για εμάς και για αυτούς. Εξάλλου, είναι κι ο «Νόμος του Μέρφυ». Ό,τι είναι να συμβεί, θα συμβεί όταν εσύ θα έχεις άδεια (γέλια). Χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πτώση αεροσκάφους της «ΗΛΙΟΣ» στο Γραμματικό. Ήταν Σάββατο 14 Αυγούστου. Είχα πάρει τα παιδιά και τη σύζυγο και είχαμε πάει για μπάνιο στις Κεχριές. Τότε δούλευα στην «ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ». Κλείνω λοιπόν το κινητό για να μπω στη θάλασσα και βλέπω μετά από 1 ώρα, 22 κλήσεις εκ των οποίων οι 19 ήταν από τον αρχισυντάκτη της Κυριακάτικης έκδοσης. Εκεί σκέφτηκα, «Κάτι σοβαρό έχει γίνει». Παίρνω τηλέφωνο.

Μου αναφέρει για την πτώση του αεροπλάνου. Αμέσως, από «επαγγελματική διαστροφή» (γέλια), τον ρώτησα αν ήταν της Πολεμικής Αεροπορίας. Απαντά, «επιβατικό». Του αποκρίνομαι ότι «το επιβατικό είναι ρεπορτάζ του Υπουργείο Μεταφορών όχι της Εθνικής Άμυνας». Μου αποκρίνεται «Ναι αλλά σηκώθηκαν και πολεμικά αεροσκάφη». «Οκ, τότε αλλάζει. Κλείσε» του λέω. Ξεκινάω λοιπόν τότε, έχοντας μόλις βγει από τη θάλασσα, να παίρνω εκπρόσωπο τύπου του ΓΕΕΘΑ, του ΓΕΑ. Τα τηλέφωνά τους μιλούσαν συνεχώς. Αρχίζω να παίρνω τηλέφωνα τον Αρχηγό Αεροπορίας, του ΓΕΕΘΑ, του ΑΤΑ κλπ. Αφού μετά από 5-10 λεπτά, είχα πλήρη εικόνα του τι είχε γίνει, παίρνω τηλέφωνο τον αρχισυντάκτη και τον ενημερώνω. Μου απαντά, σου δίνω τώρα μια συνάδελφο να της υπαγορεύσεις 200 λέξεις για να προλάβουμε να «σώσουμε» το θέμα με «χτύπημα» στην πρώτη σελίδα της Κυριακάτικης έκδοσης, που έκλεινε το μεσημέρι του Σαββάτου. Είμαι ξαναλέω στην παραλία, υπαγορεύω κείμενο για να μπει στην πρώτη σελίδα, ο κόσμος με ακούει στην παραλία και έχουν σταματήσει, σχηματίζοντας έναν κύκλο γύρω μου, σιωπηλοί, ακούγοντάς με τι αναφέρω για το ρεπορτάζ. Όταν τελείωσα να υπαγορεύω, τα μαζέψαμε, πήγαμε σπίτι γρήγορα και αμέσως μετά μόλις άφησα εκεί την οικογένεια έφυγα «σφαίρα» για την εφημερίδα, φορώντας σαγιονάρες και βερμούδα, όπου έφτασα γύρω στις 15.00 όπου και έκατσα για τα υπόλοιπα του ρεπορτάζ μέχρι το βράδυ.

Πως είναι η μέρα ενός στρατιωτικού δημοσιογράφου γενικά και πως σε στιγμές έντασης και κρίσης;

Καταρχάς, τώρα πια με το διαδίκτυο είναι τελείως διαφορετικά. Θεωρητικά πια, μπορείς να δουλέψεις και από το σπίτι σου. Αυτό έγινε στη διάρκεια της πανδημίας. Η ποιότητα ωστόσο δε μπορεί να είναι η ίδια από το αν είσαι παρών και έχεις πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνία με αυτούς που πρέπει. Καμία σύγκριση.

Σε μια νορμάλ ημέρα, σηκώνομαι το πρωί. Γύρω στις 10.00 πηγαίνω στο Υπουργείο. Εκείνη την ώρα είναι η κατάλληλη στιγμή καθώς πριν όλοι οι εκπρόσωποι τύπου είναι απασχολημένοι είτε ενημερώνοντας τους αρχηγούς τους είτε κάνοντας συσκέψεις για τα «φλέγοντα θέματα». Το πλεονέκτημα στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας είναι πως όλοι οι εκπρόσωποι τύπου είναι – χωροταξικά – κοντά ο ένας με τον άλλον, οπότε μπαίνεις και βγαίνεις από τα γραφεία. Επίσης, εδώ και αρκετά χρόνια, στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, έχει παραχωρηθεί αίθουσα δημοσιογράφων στρατιωτικών συντακτών όπου μπορούμε να πάμε εκεί και να γράψουμε το άρθρο μας, έχοντας θέση για υπολογιστή και τηλέφωνο. Έτσι και μπορείς να στείλεις το άρθρο σου στο μέσον που είσαι και να είσαι ταυτόχρονα στην πηγή. Προσωπικά, φεύγω από εκεί μετά και τις ειδήσεις των 21.00 στην ΕΡΤ. Ό,τι είναι να γίνει ή να λεχθεί παραπάνω, θα έχει γίνει μέχρι τότε και κυρίως από τη δημόσια τηλεόραση η οποία έχει χρονικά το τελευταίο δελτίο και μπορεί να «βγάλει» μια είδηση της τελευταίας στιγμής. Κερδίζω έτσι πολύτιμο χρόνο. Άρα, εγώ φεύγω κατά τις 22.00 όταν και τελειώνουν οι ειδήσεις της ΕΡΤ. Καλού κακού βέβαια, παρακολουθώ και τις ειδήσεις των 24.00 από το σπίτι.

Έχεις υπάρξει και ανταποκριτής σε πεδίο μαχών;

Έχω καλύψει πολλές πολεμικές συγκρούσεις σε Βοσνία-Ερζεγοβίνη, στην πρώην Γιουγκοσλαβία, Αλβανία, Κοσσυφοπέδιο, Σομαλία, Αφγανιστάν, Ισραήλ, Παλαιστίνη. Δόξα τω Θεώ δεν έχω παράπονο (γέλια).

Οπότε, μπορείς να μας περιγράψεις τη διαφορά των συναισθημάτων όντας σε ένα πεδίο μάχης και απ’ την άλλη κάνοντας στρατιωτικό ρεπορτάζ;

Το ρεπορτάζ στο πεδίο της μάχης σημαίνει: α)Να έχεις έναν καλό «φίξερ», δηλαδή ένα ντόπιο οποίος θα μιλάει τη γλώσσα, θα ξέρει το μέρος και θα μπορεί να σε οδηγεί γρήγορα και με ασφάλεια, β)Να αντιμετωπίζεις τον κίνδυνο που ελλοχεύει ανά πάσα στιγμή.

Για παράδειγμα, στη Βοσνία, σκοτώθηκε ξένος συνάδελφος στα 2 μέτρα από μένα από πυρά ελεύθερου σκοπευτή. Εκεί αναλογίζεσαι, τι είναι αυτό που έκανε τον ελεύθερο σκοπευτή να βαρέσει αυτόν και όχι εμένα. Ή άλλο παράδειγμα, όταν ήταν να πάμε στο Ιράκ στον πρώτο πόλεμο του Κόλπου, μας είχαν περάσει τότε – σε εθελοντική βάση – από μια εκπαίδευση δύο ημερών, στη Σχολή Ετέρων Όπλων Στρατού Ξηράς, στο στρατόπεδο στο Ρουφ, που τότε έδρευε, σε αντικείμενα Βιο-Χημικού Πόλεμο. Δε θα ξεχάσω τη φράση του Διοικητή της Σχολής στην τελετή που μας έδωσαν ένα (αναμνηστικό περισσότερο) «Πτυχίο Φοίτησης». «Όταν ακούσετε, ‘αέρια-αέρια’, βάλτε αμέσως τη μάσκα» ή αν χρειαστεί να αρχίσετε να τρέχετε. Και πρόσθεσε γελώντας: «του φευγάτου η μάνα ποτέ δεν έκλαψε. Κι αν έκλαψε ήταν από τη χαρά που σώθηκε ο γιος της». Τώρα μπορεί να γελάμε αλλά τότε, σε ένα δυναμικά μεταβαλλόμενο περιβάλλον, αναρωτιέσαι τι είναι η βιοχημική απειλή και «αν σου κάτσει εσένα». Τελικά, παρά την εκπαίδευση δεν πήγα στο Ιράκ.

Γενικότερα, ποια ήταν η πιο έντονη στιγμή σου ως στρατιωτικός δημοσιογράφος;

Όταν είδα νεκρό ένα συνάδελφο δημοσιογράφο στο Σαράγιεβο από σφαίρα ελεύθερου σκοπευτή.

Επίσης, στο Αφγανιστάν, το 2010, βρισκόμενος στο «τριεθνές» (Αφγανιστάν – Πακιστάν – Τατζικιστάν), εκεί είναι η περιοχή με τη μεγαλύτερη παιδική θνησιμότητα στον κόσμο. Μόνο ένα στα επτά παιδιά πέρναγε τα 5 έτη. Όλα τα άλλα πέθαιναν μικρότερα! Όταν ρώτησα γιατί, μου είπαν, με μεγάλη φυσικότητα, ότι το βασικότερο προϊόν της περιοχής είναι τα υφαντά σε αργαλειούς και βέβαια η παπαρούνα ως οπιούχο ναρκωτικό. Επομένως, καθώς εργάζονταν οι γυναίκες και για να μην τους απασχολούν τα βρέφη, τους έβαζαν στα χειλάκια τους καραμελωμένο όπιο, ώστε αυτά να το γλύφουν και να κοιμούνται συνεχώς! Σταδιακά όμως τα βρέφη γίνονταν κανονικοί οπιομανείς σε ηλικία 1 ή 1,5 έτους. Και έτσι πέθαιναν. Φαντάσου λοιπόν κάποιον, όπως εγώ, πατέρας δύο μικρών παιδιών τότε, με τη «δυτική φιλοσοφία» να ακούει αυτό το πράγμα. Με συγκλόνισε περισσότερο απ’ ότι δέκα μάχες.

Δε μπορώ επίσης να ξεχάσω όλες τις πτήσεις με μαχητικά αεροσκάφη που έχω κάνει. Συνολικώς 13 φορές με ελληνικά, γαλλικά, αμερικανικά μαχητικά. Έχω προσνηωθεί και απονηωθεί βράδυ, σε αμερικανικό αεροπλανοφόρο εν πλω. Μοναδικές εμπειρίες. Έχω επίσης κατέβει με υποβρύχιο σε δοκιμή μεγίστου βάθους που κάνουν στα 250 μέτρα βάθος και ακούς από τη συστολή – διαστολή τον θόρυβο που κάνει ο χάλυβας του υποβρυχίου!

Όπως αντιλαμβάνεσαι, δεν αλλάζω με τίποτα το στρατιωτικό ρεπορτάζ. Η συναναστροφή με τους στρατιωτικούς είναι ιδιαίτερη. Είναι μια ξεχωριστή ποιότητα ανθρώπων που είναι ταγμένοι σ’ ένα σκοπό. Όπως μου είχε πει κι ένας απόστρατος σήμερα στρατηγός: «Η στολή που φοράμε είναι σαν το αντερί του παπά. Με αυτό μεγαλώνουμε και με αυτό θα μας πάνε στον τάφο»! Ο άλλος που κάνει το καθήκον του και αναχαιτίζει τον Τούρκο, δεν το κάνει για τα 1.000 ευρώ. Και στο λέω εγώ που έχασα το συμμαθητή και συναπόφοιτο, τον Πειραιώτη Ανθυποσμηναγό Μάκη Γερολυμάτο ο οποίος σκοτώθηκε στα 24 χρόνια του γιατί χρειάστηκε να κάνει εγκατάλειψη πάνω από θάλασσα πετώντας με ένα μαχητικό A-7H Corsair της 345 Μοίρας. Η εγκατάλειψη έγινε κανονικά, αλλά υπήρξε πρόβλημα με το αλεξίπτωτο και πνίγηκε σε 5 μέτρα βάθος στο Μαράθι της Σούδας. Ήταν ψηλός και έσπασε την καλύπτρα με το κράνος, έπαθε κάταγμα αυχένα, αναπτύχθηκε το αλεξίπτωτο, όταν έπεσε στη θάλασσα δεν είχε τις αισθήσεις του για να απελευθερωθεί και το αλεξίπτωτο τον «ρούφηξε» στη θάλασσα! Από εκείνο το συμβάν, βγήκε εντολή παγκοσμίως για όλους τους χρήστες του μαχητικού, όσοι πιλότοι είναι 1.85 και άνω, να μην πετάνε με Α7. Σκοτώθηκε ένας, σώθηκαν οι πολλοί.

Ένας στρατιωτικός δημοσιογράφος που «χωράει» καλύτερα: Τηλεόραση, ραδιόφωνο ή έντυπος τύπος;

Για μένα υπάρχει η εφημερίδα, μόνο. Η εικόνα και άρα η τηλεόραση είναι εντυπωσιακή αλλά η πραγματική δημοσιογραφία είναι ο γραπτός τύπος. Όμως στην εποχή μας αυτό έχει υποχωρήσει υπέρ άλλων σύγχρονων Μέσων Επικοινωνίας, όπως τα ηλεκτρονικά στο διαδίκτυο. 

Υπάρχει γενικότερα ροή στον κλάδο ή φερ’ ειπείν παλιότερα ήταν περισσότεροι οι εν λόγω δημοσιογράφοι, πιο καταρτισμένοι κλπ.

Κάθε περίοδος έχει τους δημοσιογράφους της. Δεν είναι συγκριτικό. Ο δημοσιογράφος φαίνεται επί του πεδίου όχι μέσα από το ίντερνετ.

Ροή, υπάρχει. Κάθε νεότερος, θεωρώ ότι είναι καλύτερος από τους παλαιότερους. Δεν ξέρω μόνο, τώρα με το ίντερνετ, αν οι νεότεροι έχουν τους σωστούς δασκάλους για να τους καθοδηγήσουν στο πως γίνεται το ρεπορτάζ. Τώρα, στην εποχή του ίντερνετ όλα αυτά έχουν απλοποιηθεί. Ο άλλος θέλει ένα άρθρο 300 λέξεων, σε 5 λεπτά και ο δημοσιογράφος πρέπει να γράφει στη βάρδιά του σε μία ιστοσελίδα 50-50 ειδήσεις! Οπότε τότε το copy-paste πέφτει σύννεφο! Αυτό όμως – για μένα – δεν είναι δημοσιογραφία! Κοπτοραπτούδες του φασόν είναι!

Να φύγουμε λίγο από τα του κλάδου και να έρθουμε στα πιο πειραιώτικα και στα πιο οικεία. Πως θυμάσαι τον Πειραιά των παιδικών σου χρόνων και τι διαφορές έχει με το σήμερα.

Τεράστιες διαφορές. Έχω προλάβει εδώ απέναντι από τη «Γαλλική» που ήταν το γυμναστήριο του Πειραϊκού Συνδέσμου και έχω κάνει γυμναστικές επιδείξεις εκεί. Τώρα είναι το Αρχαιολογικό Μουσείο και το Θέατρο που έχουν βρει. Όταν ήμουν μικρός με τον αδερφό μου, κάναμε μπάνιο μπροστά από το Ναυτικό Νοσοκομείο. Η γιαγιά μου έπαιρνε ψάρια από τους ψαράδες και εγώ έκανα μπάνιο εκεί. Ή έχω προλάβει και έχω κάνει μπάνιο μπροστά από το ΑΚΤΑΙΟ στο Νέο Φάληρο, που είναι τώρα το ΣΕΦ. Ή ο δρόμος μπροστά από το σπίτι μου ήταν χωμάτινος και έχουμε παίξει εκεί, κάτω γειτονιά εναντίον πάνω γειτονιάς με αγώνες ποδοσφαίρου, στίβου κλπ. Τώρα, δε μπορείς ούτε να παρκάρεις. Επίσης, ο ναυτικός πατέρας μου είχε φέρει πολύ νωρίς τηλεόραση, όντας εκ των λίγων που είχαμε, τότε. Και το 1969, όλη η γειτονιά είχε μαζευτεί γύρο από την τηλεόρασή μας για να δει την προσσελήνωση με τη σεληνάκατο «Αετός 1». Ένας εκ των δύο εκφωνητών τότε, ήταν ο πρώτος δάσκαλός μου στη δημοσιογραφία, ο Κώστας Καββαθάς. Όταν χρόνια αργότερα, έπιασα δουλειά και του το είχα πει, είχε συγκινηθεί, λέγοντάς μου «Ό,τι λέγαμε τότε, κάποιους σπόρους που ρίξαμε, φαίνεται πως έπιασαν».

Σήμερα, μπορεί να είσαι στην ίδια πολυκατοικία και να μην ξέρεις ποιος μένει από πάνω σου.

Στο σημείο αυτό να αναφέρουμε για όσους δεν το γνωρίζουν, ότι είσαι μέλος του Συλλόγου Αποφοίτων και επί σειρά ετών Ειδικός και μετά Γενικός Γραμματέας του Συλλόγου. Θα ήθελα να μας πεις πως θυμάσαι το Σύλλογο τότε.

Ο Σύλλογος είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι του Saint-Paul. Το έργο του είναι να λειτουργεί ως συνεκτικός κρίκος με τα αγόρια και κορίτσια που έχουν αποφοιτήσει και εξακολουθούν να θυμούνται τα χρόνια που πέρασαν εκεί. Δε θα έπρεπε να περιορίζεται με το να γίνονται απλά κάποιες συγκεντρώσεις ή εκδρομές. Η έμφαση θα έπρεπε να δίνεται στην προσέλκυση των παλαιών μαθητών, δείχνοντας ότι τα έξι χρόνια στο Σχολείο ήταν το πρώτο βήμα, έπεται και συνέχεια. Είναι κύκλοι που λειτουργούν επάλληλα. Κέντρο το Σχολείο και έπειτα οι κύκλοι. Και βέβαια, ο Σύλλογος αλλάζει. Αλλιώς ήταν το συμβούλιο όταν μπήκα εγώ το 1978 στο Δ.Σ. του και αλλιώς τώρα, σε επίπεδο κοινωνίας.

Το Σύλλογο το θυμάμαι στο χώρο που είναι και σήμερα. Τότε βέβαια ήταν πιο λιτός, τώρα είναι πιο μοντέρνος. Δίπλα υπήρχε το γκαράζ της Σχολής, που πάρκαραν οι frères ένα στέϊσον βάγκον που είχαν για τις μετακινήσεις τους. Σε αυτό το χώρο υπήρχαν και τουαλέτες, που χρησιμοποιούσαμε, γιατί εμείς εδώ δεν είχαμε τέτοια δυνατότητα. Και πάντα, υπήρχε αυτή η αγάπη και από τους frères και από τους καθηγητές οι οποίοι μάλιστα έγιναν κανονικά μέλη γιατί ήταν απόφοιτοι της Σχολής είτε επίτιμα μέλη του Συλλόγου. Όλοι οι καθηγητές ερχόντουσαν στις εκδηλώσεις που κάναμε και το ευχαριστιόντουσαν. Ωραίες στιγμές.

Απ’ όσο γνωρίζω, παρ’ ότι τα χρόνια έχουν περάσει, συνεχίζετε και είστε ιδιαίτερα ενεργοί με τους συμμαθητές σας καθώς συναντιέστε τακτικά.

Το διαδίκτυο μας βοηθά σε αυτό. Συγκεντρωνόμαστε και δια ζώσης. Έχουμε βέβαια και απώλειες. Η σκέψη μας είναι μαζί με αυτούς τους συμμαθητές μας που δεν είναι πια μαζί μας. Και πάντα, σε όλα τα τραπέζια που κάνουμε, έχουμε ένα σερβίτσιο παραπάνω, στη μνήμη αυτών.

Κλείνοντας, θα ήθελα να μου αναφέρεις την πιο έντονη ανάμνηση από το Σχολείο.

Η4μερη εκδρομή που κάναμε ως τελειόφοιτοι. Είχαμε κανονίσει να πάμε Μεσολόγγι – Γιάννενα – Βόλο και επιστροφή στην Αθήνα. Τότε, είχε μια επέτειο σχετικά με το Μεσολόγγι, μου είχε αναθέσει ο κ. Ληξουριώτης να κάνω την ομιλία στο Μεσολόγγι όπου θα καταθέταμε και στεφάνι στο Μνημείο. Τότε η «Γαλλική» φόραγε στολή. Γκρι παντελόνι, γκρι πουκάμισο, μπλε σκούρα γραβάτα και μπλε σκούρο μπλουζάκι. Ξεκινήσαμε την 4μερη φορώντας τη στολή! Το φαντάζεσαι; Πήγαμε στο Μεσολόγγι, καταθέσαμε το στεφάνι, είπα τον πανηγυρικό της ημέρας και μπαίνοντας στο πούλμαν για να πάμε Άρτα – Γιάννενα, όλοι πηγαίναμε εκ περιτροπής πίσω, στη «γαλαρία», για να βγάλουμε τη στολή και να βάλουμε κανονικά ρούχα. Οπότε, ο συνοδός καθηγητής που ήταν μαζί μας, ο συγχωρεμένος ο Σημιτόπουλος, παίρνει το μικρόφωνο και λέει «Άντε τελειώνετε, να ανοίξουμε τα παράθυρα γιατί μυρίζει σαν αποδυτήρια»

Ένα μήνυμα που θα ήθελες να δώσεις στους συναπόφοιτους και γενικότερα σε όσους διαβάσουν τη συνέντευξή σου.

Να αγαπάνε το Σχολείο και να αγαπάνε τους συμμαθητές τους.

Λεωνίδας Μπλαβέρης, Qui est qui

Έτος Αποφοίτησης: 1976

Αγαπημένο μότο: «Μολών λαβέ»

Αγαπημένος/η καθηγητής/τρια: Δημήτρης Ληξουριώτης

Αγαπημένο νούμερο: Τα πρωταθλήματα του Ολυμπιακού (γέλια)

Αγαπημένο φαγητό: Γεμιστά με κιμά

Αγαπημένο χρώμα: Κόκκινο

Χόμπι: Θεματική συλλογή γραμματοσήμων με στρατιωτικά θέματα

Αγαπημένο μέρος: Πειραιάς και Σαλαμίνα

* Ο Λεωνίδας Μπλαβέρης είναι δημοσιογράφος, μέλος της ΕΣΗΕΑ και εργάζεται στον Όμιλο των Παραπολιτικών.

Ίσως σε ενδιαφέρουν …

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ

Ας κρατήσουμε επαφή