info@saintpaul-amicale.gr     210 45 11 954

Tête-à-tête με τον Φώτη Κατσικάρη

Από τη Νίκαια και τα τσιμέντα του Πλάτωνα μέχρι τα παρκέ του ΝΒΑ. Μια καριέρα κάθε άλλο παρά ευθύγραμμη και μέσα στα ρίσκα τα οποία όμως τον οδήγησαν μέχρι και τον πάγκο της Εθνικής Ελλάδας. Σήμερα, εξακολουθεί να βρίσκεται στο κορυφαίο επίπεδο όντας προπονητής σε μια από τις πιο ανταγωνιστικές ομάδες του ισπανικού πρωταθλήματος.

Μαζί μας σ’ ένα ακόμα Tête-à-tête, o Φώτης Κατσικάρης, απόφοιτος του ’82 (Γ’ Γυμνασίου) με τον οποίο είχαμε μια απολαυστικότατη συνέντευξη, ξεκινώντας από το πως βρέθηκε στο Saint-Paul, τα πρώτα του μπασκετικά βήματα στη Νίκαια και τον Ιωνικό, πολλή ΑΕΚ και τους προπονητές που βρήκε εκεί οι οποίοι και τον “σημάδεψαν”, την Εθνική Ελλάδας, τη συνεργασία του με τον Γιάννη Αντετοκούνμπο, τις εμπειρίες ζωής που έχει αποκομίσει από τις χώρες και τα πρωταθλήματα που έχει βρεθεί και πολλά άλλα.

– Προτού πάμε στα πιο προβλεπόμενα ερωτήματα, να πούμε ότι είμαστε λίγο διάστημα μετά το Κύπελλο Ισπανίας, όπου η ομάδα σου η Μάλαγα, έχασε στις λεπτομέρειες από τη μετέπειτα κυπελλούχο Μπαρτσελόνα στη φάση των «8». Όπως και τις προηγούμενες φορές έτσι και τώρα, έχεις βαλθεί να αφήσεις εκ νέου το στίγμα σου.

Θεωρώ ότι μετά από τόσα χρόνια που είμαι στην ACB, γνωρίζοντας αντίπαλους προπονητές, παίκτες ακόμα και τους διαιτητές, σε βοηθάει όταν ξαναμπαίνεις στη διαδικασία να κοουτσάρεις, όπως καλή ώρα με την Ουνικάχα Μάλαγα. Τα παιχνίδια του Κυπέλλου είναι ιδιαίτερα παιχνίδια, υπάρχει μια πίεση την οποία βέβαια την ξεπερνάνε πιο εύκολα οι μεγάλες ομάδες. Κάναμε μια καλή προετοιμασία και αυτό το έξτρα που χρειαζόταν ήταν πιο πολύ ψυχολογικό, τελικά. Το ξεπεράσαμε σε ένα βαθμό όταν έγινε ένα γκάλοπ μεταξύ των προπονητών και κανείς δε μας έδινε τύχη. Δυστυχώς, το χάσαμε στις λεπτομέρειες αλλά και από διαιτητικές αποφάσεις αφού έκριναν το παιχνίδι στην τελευταία φάση. Ανακτήσαμε όμως την εμπιστοσύνη μας. Είμαστε μια ομάδα που έχει ταλέντο. Από δω και πέρα, θα παλέψουμε για να μπει η ομάδα στα πλέι οφ και να διεκδικήσουμε εκεί ότι καλύτερο. Είμαστε κοντά και νομίζω ότι από δω και πέρα θα είμαστε καλύτεροι.

Πάντα θυμάμαι το πώς και το από που ξεκίνησα.

– Πάμε να τα πιάσουμε από την αρχή. Δε βρήκε ο Κατσικάρης το Saint-Paul αλλά το Saint-Paul τον Κατσικάρη στο μέτρο και στο βαθμό που (για όσους δε γνωρίζουν) όντας μόλις 15 χρονών ήσουν στην πρώτη Ομάδα του Ιωνικού Νικαίας στην Α’ Εθνική. Με άλλα λόγια, τους περισσότερους τους διαμορφώνει το σχολείο, εσύ όμως ήσουν ήδη «έτοιμος» με ξεκάθαρο προσανατολισμό.

Από το παιχνίδι του Ιωνικού Νικαίας στη Χάιφα απέναντι στη Χάποελ για το Κύπελλο Κόρατς (1984)

Ποτέ δε σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να ασχοληθώ επαγγελματικά με το μπάσκετ. Είναι στιγμές που στιγματίζουν τη ζωή του κάθε ανθρώπου. Εντελώς τυχαία βρέθηκα σε ένα παιχνίδι Ιωνικός – Ολυμπιακός κάπου στα μέσα του ’70. Αυτό το παιχνίδι με «έσωσε» από μια οικογενειακή σύναξη που βαριόμουν να παρευρεθώ (γέλια). Ήταν αστείο γιατί είπα ότι θα πάω να δω ένα παιχνίδι μπάσκετ που τότε το άθλημα δεν ήταν τόσο διαδεδομένο στη χώρα. Όταν μπήκα στον Πλάτωνα, εντυπωσιάστηκα με την ατμόσφαιρα, με τον ήχο του παρκέ που ακόμα τον έχω στο μυαλό μου γιατί για ένα παιδί της ηλικίας μου τότε, που έκανε προπόνηση στα ανοιχτά ήταν πρωτόγνωρο. Είναι από τις στιγμές που χτυπάει η καρδιά σου για κάτι και λες «αυτό μ’ αρέσει». Από την επόμενη μέρα είπα ότι θέλω να παίξω και ξεκίνησα προπονήσεις. Κάθε μέρα, το μπάσκετ έμπαινε πιο βαθιά στη ζωή μου και είναι αλήθεια ότι στην ηλικία αυτή όταν μπαίνεις σε μια «πειθαρχία» που είναι σχεδόν συνομήλικοί σου, με πολλά συναισθήματα, με το ίδιο το παιχνίδι σε ωριμάζει πρόωρα. Από τον προπονητή που τον έβλεπες σα δάσκαλο από τα πράγματα που μοιραζόσουν με τους συμπαίκτες σου καθώς μιλάμε για ομαδικό παιχνίδι. Κάπως έτσι θεωρώ ότι εξελίχθηκε και ο χαρακτήρας μου σε πολλά σημεία. Αν και επαγγελματίας πια εδώ και πάρα πολλά χρόνια, πάντα θυμάμαι το πώς και το από πού ξεκίνησα.

– Το SaintPaul πως προέκυψε ως επιλογή; Διαφορετικά, γιατί κάποιο παιδί που είναι και μένει στη Νίκαια και δείχνει ότι έχει ταλέντο στον αθλητισμό παίρνει την απόφαση να πάει κατά Πειραιά μεριά και στο εν λόγω σχολείο;

Σε αυτό φταίει η μητέρα μου (γέλια) που ήθελε να με πάει σε ένα πολύ καλό σχολείο. Ήμουν μοναχοπαίδι και πάντα ήθελε την καλύτερη εκπαίδευση για εμένα. Τότε ήταν η Ιωνίδειος ένα πολύ καλό σχολείο που έδινες εξετάσεις για να μπεις. Για λίγο δε μπήκα. Έψαξε την επόμενη επιλογή και προέκυψε η Γαλλική. Ιδιωτικό σχολείο με πολύ καλή φήμη, πειθαρχημένο με πίστη στο πρόγραμμα. Θυμάμαι γινόντουσαν τα μαθήματα 45’ γεμάτα ενώ απ’ ότι θυμάμαι συμπαίκτες μου που πήγαιναν σε δημόσιο έκαναν σκάρτα 30’. Το να είσαι 1,5 ώρα μέσα στην τάξη δεν υπήρχε πουθενά.

– Τα χρόνια που είσαι μαθητής μας, συμπίπτουν και με τα χρόνια Γιαννάκη στον Ιωνικό Νικαίας που καταπλήσσει όλη την Ελλάδα. Πως το βίωσες όλο αυτό και πως το βιώνει βασικά ένα άτομο σε τόσο νεαρή ηλικία όλο αυτό.

Βασικά, τον Γιαννάκη είχα δει σε εκείνο το παιχνίδι που προανέφερα με τον Ολυμπιακό και είχα εντυπωσιαστεί. Και πως τα έφερε έτσι η ζωή, όταν ήμουν στην κατηγορία «Μίνι» είχα έναν προπονητή που ήταν να φύγει και είχα το πρώτο μου παιχνίδι στο Μαρούσι. Σ’ εκείνο το παιχνίδι λοιπόν, είχε έρθει ο Παναγιώτης Γιαννάκης για να μας κοουτσάρει. Τότε μάλιστα επειδή ήταν άλλες εποχές, δεν είχαμε φανέλα. Κι είχε φέρει μαζί του κόκκινες φανέλες γιατί τότε φορούσαμε κόκκινα και μου είχε γράψει το «5» με ένα μαρκαδόρο. Ο Γιαννάκης ήταν ένα παράδειγμα, ένα είδωλο για τον Ιωνικό, τη Νίκαια και αργότερα εξελίχθηκε σε κάτι αντίστοιχο για το ελληνικό, το ευρωπαϊκό και το παγκόσμιο μπάσκετ. Ήταν παράδειγμα αθλητή. Τι να σου λέω τώρα. Ήμουν στο «Παιδικό», είχα γυρίσει από διακοπές και πήγα στον Πλάτωνα να μάθω πότε θα κάνουμε προπόνηση και είδα τον Γιαννάκη να τρέχει γύρω-γύρω έξω από τον Πλάτωνα και απευθυνόμενος σε μένα είπε «μικρέ, έλα να τρέξουμε μαζί».

– Με το σχολείο τα καταφέρνεις τότε ως προς το να συμβαδίσεις; Γενικότερα, ποιο ήταν το καθημερινό πρόγραμμα του Φώτη Κατσικάρη ως μαθητή.

Είχαμε τις προπονήσεις τα απογεύματα ενώ είχε πολύ διάβασμα τότε. Εγώ δε σου κρύβω ότι ήθελα ένα πιο ελαστικό πρόγραμμα για να μπορέσω να ανταπεξέλθω. Όταν άφησα τον Άγιο Παύλο, η μητέρα μου στεναχωρήθηκε πάρα πολύ. Πήγαινα όμως πολύ καλά και είχα μια εξέλιξη στο μπάσκετ και επειδή δυσκολευόμουν πολύ στη Γ’ Γυμνασίου, δε γινόταν αλλιώς. Γι’ αυτό και η αλλαγή. Από το Σχολείο όμως ήμουν πολύ ευχαριστημένος. Μιλάμε για ένα σχολείο όπου για να είσαι μέλος του έπρεπε να είσαι πολύ καλός μαθητής. Οπότε όπως αντιλαμβάνεσαι, ειδικά αν κάνεις διπλές προπονήσεις με το «Παιδικό» και με τους Άντρες και έχεις και απαιτητική μελέτη στο σπίτι, δε βγαίνει.

– Να φανταστώ ότι στα σχολικά πρωταθλήματα, οι νίκες έδιναν και έπαιρναν;

Καλοί ήμασταν (γέλια). Αν θυμάμαι καλά, τότε, είχαμε παίξει στον τελικό του Πειραιά με το 1ο Γυμνάσιο του Πειραιά για να πάμε στο Πανελλήνιο αλλά είχαμε χάσει.

– Υπήρξε κάποιος καθηγητής που να θυμάσαι ιδιαίτερα και κάποιος που να είχε διαβλέψει το «άστρο» σου στο μπάσκετ;

Στα διαλείμματα παίζαμε μπάσκετ, «μονά» κλπ. Οπότε σίγουρα εκεί μας έβλεπαν και καθηγητές αλλά πέραν αυτού, όχι. Ένας καθηγητής που ήταν αθλητικός και τον θυμάμαι, ήταν ο Μπενέκος, πάντως.

– Ο κύκλος κλείνει για σένα στη Νίκαια. Φτάνουμε στο 1988. Ο Γιαννάκης έχει φύγει πριν μερικά χρόνια για τον Άρη, ο Ιωνικός έχει υποβιβαστεί μία χρονιά πριν στη 2η κατηγορία και παίρνεις την απόφαση να πας στο Σπόρτιγκ και πριν καλά-καλά το καταλάβεις… ξενιτεύεσαι.

Είχα αρχίσει και έμπαινα στο μπάσκετ. Τελειώνοντας το σχολείο, δεν είχα έναν επαγγελματικό προσανατολισμό. Δεν είχα κάτι συγκεκριμένο για να σπουδάσω. Μου άρεσαν τα μαθηματικά σε σχέση με τα φιλολογικά αλλά όχι σε τρελό επίπεδο.

Όταν λοιπόν ήμουν στο Σπόρτιγκ μου ήρθε η κλήση για να πάω φαντάρος. Εκεί λοιπόν, κλονίστηκα. Γιατί έβγαζα χρήματα που ήταν καλά για την εποχή και την ηλικία μου, τότε. Εκείνη την εποχή, έτυχε να έχω σχέση με μια Ελληνοαμερικανίδα κοπέλα που ζούσε στην Ελλάδα και θα πήγαινε σε πανεπιστήμιο στις ΗΠΑ. Με «έσπρωξε» προς αυτήν την κατεύθυνση. Είχαμε συζητήσει πολλές φορές την πιθανότητα σπουδών στην Αμερική. Στην αρχή δε του έδινα πολλές πιθανότητες γιατί έπαιζα στην Α’ Εθνική, ήμουν στο Σπόρτιγκ, πιο πριν στον Ιωνικό. Όταν έπεσε ο Ιωνικός στη 2η κατηγορία ήταν μεγάλο σοκ κι εκεί άρχισα να καταλαβαίνω ότι ο κύκλος μου στη Νίκαια είχε κλείσει. Στο Σπόρτιγκ με ήθελε πολύ ο προπονητής αλλά και η διοίκηση. Παρ’ ότι ήταν δύσκολο να πάρεις μεταγραφή τότε, καθώς υπήρχαν τα «δελτία», έγινε μια συγκυρία και μπόρεσα να πάρω μεταγραφή.

Ως προς τις ΗΠΑ λοιπόν, κάνω κάποιες αιτήσεις σε πανεπιστήμια εκεί, κοντά βέβαια στην περιοχή που έμενε η φίλη μου (γέλια) και τελικά με δέχονται σε τρία πανεπιστήμια. Πήγα τελικώς στο UC Irvine, ένα δύσκολο σχολείο που είναι medical school. Εκεί άλλαξε η ζωή μου ουσιαστικά. Δεν πήγα εκεί με υποτροφία μέσω μπάσκετ. Συνεπώς έκαναν μια μεγάλη θυσία οι γονείς μου για να πάω εκεί. Οπότε προς στιγμήν εξιλεώθηκα στους γονείς μου που άφησα το Saint-Paul (γέλια). Με στήριξαν αλλά κι εγώ από την πλευρά μου, μπήκα πολύ ενεργά στο κομμάτι των σπουδών.

– Θέλεις να μας πεις τι αποκόμισες, συνοπτικά, από την εμπειρία σου στην άλλη άκρη του Ατλαντικού;

Σε επίπεδο μπάσκετ, δεν έπαιξα άμεσα. Εκεί κρατάς το δικαίωμα να μην παίξεις για ένα χρόνο και να παίξεις τα υπόλοιπα. Ήθελα να αφοσιωθώ αμιγώς στις σπουδές μου. Δεν ήθελα να απογοητεύσω τους γονείς μου. Όντας εκτός μπάσκετ για ένα χρόνο και όντας αφοσιωμένος στα μαθήματά μου εκεί και βέβαια μένοντας μόνος μου για πρώτη φορά, ωρίμασα απότομα. «Ζύγισα» τα πράγματα εκείνη την περίοδο και ήθελα να γίνω χρηματιστής. Τότε εν τω μεταξύ, δε μπορούσες να διαβλέψεις την εξέλιξη του μπάσκετ στην Ελλάδα που ήταν σε μεγάλο βαθμό σε ερασιτεχνικό επίπεδο από άποψη οργάνωσης και όχι μόνο. Μπορώ να σου πω ότι στο πανεπιστημιακό πρωτάθλημα δεν έπαιξα καθόλου. Δεν έπαιξα ούτε τη δεύτερη χρονιά καθώς είχα αποφασίσει όπως σου είπα να γίνω χρηματιστής. Αλλά, μετά ήρθε η ΑΕΚ (γέλια). 

– Άρα επιστροφή πίσω. Γιατί; Όχι βέβαια για ότι και ότι. Μεταγραφή στην ΑΕΚ και αρχηγός.

Έχω πάρει κάποιες αποφάσεις που είναι «τρελές» αλλά μου έχουν βγει.

Γύρισα το καλοκαίρι (1990), τότε, για να δω τους γονείς μου. Στην ΑΕΚ προπονητής ήταν ο Τσόσιτς. Τότε εγώ ήμουν διακοπές στη Σαντορίνη και με παίρνει η μητέρα μου τηλέφωνο και μου λέει ότι την πήρε κάποιος από την ΑΕΚ και ότι θα ήθελε να με δει. Πως προέκυψε αυτό; Όταν ήμουν στο Σπόρτιγκ, ήταν η πρώτη χρονιά του Τσόσιτς που μετά έφυγε, βέβαια. Είχαν παίξει τότε ένα παιχνίδι οι δύο ομάδες και το Σπόρτιγκ είχε κερδίσει. Προφανώς του έκανα καλή εντύπωση, τότε. Συναντήθηκα μαζί του και παίρνω την απόφαση να γυρίσω για την ΑΕΚ.

Δε σου κρύβω ότι μου κόστισε, οικογενειακά. Με τον πατέρα μου δε μιλούσαμε για 10 μήνες, τύπου πως είναι δυνατόν να αφήνεις τις σπουδές σου και όλα όσα κάναμε για σένα για να γυρίσεις να παίξεις μπάσκετ. Θα μπορούσα βέβαια να τελειώσω τις σπουδές μου στην Αθήνα αλλά δεν το έκανα. Πήρα την απόφαση να ασχοληθώ επαγγελματικά πια με το μπάσκετ χωρίς να είναι το ίδιο επαγγελματικό, εκείνη την περίοδο (γέλια).

– Ποια ήταν η κορυφαία σου στιγμή εκεί;

Η ΑΕΚ τότε ήταν μια ομάδα που είχε αρκετά οικονομικά και διοικητικά προβλήματα. Ήμασταν απλήρωτοι αρκετά συχνά, μέχρι να έρθει ο Φιλίππου. Η κορυφαία στιγμή μου στην ΑΕΚ, ως παίκτης ήταν ο τελικός κυπέλλου το 1992 με τον Άρη. Είχα παίξει καλά (11π.) σε εκείνο το παιχνίδι όμως ο Άρης ήταν σε άλλο επίπεδο.

– Και μετά Ηράκλειο, αποαστικοποίηση και τέλος εποχής, ως παίκτης. Τι οδήγησε τον Φώτη Κατσικάρη στα 31 του να πάρει μια τέτοια απόφαση;

Έπαθα χιαστό, αφενός. Αφετέρου όμως, ο Τσόσιτς με επηρέασε ώστε να αρχίσω να σκέφτομαι το παιχνίδι διαφορετικά. Φτάνοντας στο Ηράκλειο, ήξερα ότι δεν είχα το ιδιαίτερο ταλέντο ούτε τις φυσικές δυνατότητες για να ξεχωρίσω. Όταν λοιπόν χτύπησα, «ζύγισα» πάρα πολύ όλα τα δεδομένα. Τότε στο Ηράκλειο ήταν ο Γιώργος Καλαφατάκης προπονητής με τον οποίο ήμασταν και φίλοι. Αν και παίκτης, ήμουν και σα βοηθός του σε ένα βαθμό καθώς έμπαινα σε τεχνικά κομμάτια. Όταν χτύπησα και βγήκα από το χειρουργείο, είπα στη γυναίκα μου ότι μέχρι εδώ ήταν ως παίκτης. Θα ήταν πολύ δύσκολο να επανέλθω σε αυτό το επίπεδο. Δεν ήθελα ούτε να παίζω από δω κι από κει ούτε να πάω Β’ Εθνική κλπ.

Όταν έφυγα από την ΑΕΚ, είχα κρατήσει επαφή με τη διοίκηση του Φιλίππου. Μου είχε μεταφερθεί ότι όταν με το καλό τελειώσεις την καριέρα σου ως παίκτης θα θέλαμε να ξανασυνεργαστούμε σε άλλο επίπεδο. Ιούνιο έκανα την εγχείρηση για τον χιαστό και Αύγουστο ήμουν στην ΑΕΚ.

– Ήταν το τέλος που περίμενες ή το είχες φανταστεί αλλιώς;

Αλλιώς. Και είναι εξαιρετικά περίεργο το πώς έβγαλα τη «στολή» του παίκτη από τη μια στιγμή και την άλλη έγινα προπονητής. Πίστευα ότι θα με πλήγωνε αυτό. Σκεφτόμουν αυτή τη μετάβαση. Μπορώ να σου πω ότι απ’ όταν ξεκίνησα προπονητής, δεν ξανάπαιξα ποτέ μπάσκετ από τότε. Είχα τρομερή άρνηση.

– Και τελικά, όσα δε γεύτηκες ως παίκτης, έμελλε πολύ σύντομα να τα γευτείς ως (βοηθός) προπονητής στην ΑΕΚ. 2000 κατάκτηση Κυπέλλου Σαπόρτα αλλά και του Κυπέλλου Ελλάδας για αρχή. Ακολούθησε την περίοδο 2001-02 το νταμπλ ενώ εσύ θητεύεις δίπλα σε κορυφαία ονόματα του χώρου όπως Ίβκοβιτς και Σάκοτα. Είναι τότε που αρχίζεις να το πιστεύεις πιο έντονα ότι «είμαι προπονητής, το χω»;

Πάντα υπάρχουν συγκυρίες που σε βοηθάνε. Για εμένα ήταν το τέλειο σενάριο. Ξεκίνησα με τον πολύπειρο Καλαφατάκη την πρώτη χρονιά όπου ήμουν χαμένος τελείως. Έπρεπε να μάθω. Δεν ήξερα ούτε τη μεθοδολογία. Μετά έρχεται ο Ίβκοβιτς όπου ουσιαστικά είναι ένα πανεπιστήμιο, μη σου πω από τα πιο δυνατά ιδιωτικά πανεπιστήμια (γέλια). Δηλαδή, πρέπει να πληρώσεις πολύ για να είσαι εκεί. Σε αυτά τα δύο χρόνια μαθαίνω απίστευτα πράγματα και στο κομμάτι του μπάσκετ και στο κομμάτι διαχείρισης ομάδας. Όσο δύσκολος χαρακτήρας είναι ο Ίβκοβιτς βάσει και της φήμης που έχει άλλο τόσο καλός είναι ως προς το ένστικτο που έχει και διαχειριζόμενος μια ομάδα. Και βέβαια, η συνεργασία μου με τον Σάκοτα. Έκανα το πανεπιστήμιό μου με τον Ίβκοβιτς και την πρακτική μου με τον Σάκοτα.

– Και τελικά παίρνεις το βάπτισμα του πυρός ως πρώτος προπονητής στην ΑΕΚ για δύο χρόνια.

Όταν έρχεται λοιπόν αυτή η ευκαιρία (2003), πάλι λόγω συγκυριών, θες επειδή άλλαξε το μπάτζετ κάνοντας μια επένδυση με νέους παίκτες τότε, μου δόθηκε η ευκαιρία να γίνω πρώτος προπονητής όπου κάναμε αξιοσημείωτη πορεία σε Ελλάδα και Ευρώπη. Και όλα αυτά με νέα παιδιά, τότε. Ζήσης, Γλυνιαδάκης, Παπαιωακείμ, Άντιτς, Μπουρούσης, Νικολαΐδης.Την πρώτη χρονιά δεν περάσαμε στην επόμενη φάση της Ευρωλίγκα για διαφορά πόντων με την Ολύμπια Λιουμπλιάνας και την Ορτέζ και τη δεύτερη ομοίως, με τη Μπενετόν Τρεβίζο, και την Εφές Πίλσεν για όποιον θυμάται. Για όλα αυτά τα παιδιά, πριν κάνουν αυτήν την καριέρα που έκαναν, ήταν η πρώτη τους διαδικασία ωριμότητας. Κάναμε πολύ καλές χρονιές.

– Και μετά την ΑΕΚ ξεκινάει το «όπου γης και πατρίς». Ντιναμό Αγίας Πετρούπολης, Βαλένθια, Μπιλμπάο. Γιατί εξωτερικό; Τι είναι αυτό που δεν κρατά τον Φώτη Κατσικάρη στην Ελλάδα ή μάλλον τι είναι αυτό που τον γοητεύει κατά βάση στο εξωτερικό και πιο συγκεκριμένα στην Ισπανία;

Για μένα ήταν ξεκάθαρο. Όταν μπήκα στην προπονητική, έβαζα στόχους. Ένας από τους στόχους ήταν όταν θα έφευγα από την ΑΕΚ, κάτι που θα ήταν πολύ δύσκολος όντας παίκτης και προπονητής της ομάδας για πολλά χρόνια, ήταν να πάω στο εξωτερικό. Ούτως ή άλλως, δε θα μπορούσα να πάω στον Ολυμπιακό ή τον Παναθηναϊκό. Η ΑΕΚ ήταν σχεδόν στο ίδιο επίπεδο που ούτε από το μυαλό δε μου πέρασε μια τέτοια κίνηση.

Όταν παραιτήθηκα από την ΑΕΚ ήταν τέλος Ιουνίου, πήρα την απόφαση βάσει ενστίκτου και όχι λογικής. Ήταν ρίσκο γιατί είχα οικογένεια, έναν καλό μισθό και ήμουν ένας νέος προπονητής. Τελικά όμως μου βγήκε. Πως; Έτυχε ο Μπλατ να φύγει από την Αγία Πετρούπολη και να πάει στη Μπενετόν. Η Αγία Πετρούπολη έψαχνε για προπονητή. Ήταν μια καινούργια ομάδα με πολλά χρήματα. Το είχα δουλέψει στο μυαλό μου, το ήθελα. Το είχα συζητήσει με τη σύζυγό μου γιατί είχαμε και δύο μικρά παιδιά, τότε.

Για την Ισπανία τώρα, ο Τζόνι Ρότζερς έπαιξε ρόλο με τον οποίο γνωριζόμασταν κατά τη θητεία του στην Ελλάδα σε Ολυμπιακό και Παναθηναϊκό όπως επίσης πηγαίναμε και στο ίδιο πανεπιστήμιο στις ΗΠΑ. Είχαμε παίξει φιλικά στην Ισπανία με την Αγία Πετρούπολη και παίξαμε και με τη Βαλένθια. Γενικός διευθυντής της Βαλένθια ήταν ο Τζόνι. Είχαμε παίξει καλά, είχαμε κερδίσει κι επειδή αυτός είχε πάντα μια συμπάθεια για εμένα μου το είχε προτείνει, κάποια στιγμή στο μέλλον μήπως γίνω προπονητής ομάδας στην ACB. Για μένα αυτό ήταν όνειρο ζωής. Μιλάμε για το καλύτερο πρωτάθλημα. Το δεύτερο χρόνο μου στην Αγία Πετρούπολη, είχαν αρχίσει τα οικονομικά προβλήματα της ομάδας που ουσιαστικά, αυτή η ομάδα εξαφανίστηκε, τότε. Έχω πάει εγώ στην Ιντιάνα στις ΗΠΑ, να δω την προετοιμασία των Ιντιάνα Πέϊσερς και τότε με παίρνει ο Τζόνι καθώς είχαν κάποια άσχημα αποτελέσματα στην αρχή της χρονιάς και μου πρότεινε τη συνεργασία. Ουσιαστικά, ο Τζόνι Ρότζερς μου άνοιξε την πόρτα για την Ισπανία.

“Πάνω από την Εθνική ομάδα δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο”

– Η μεγαλύτερη στιγμή (μέχρι την επόμενη που θα έλεγε κι ο Νίκος Γκάλης) ήταν η ανάληψη της τεχνικής ηγεσίας της Εθνικής Ελλάδας την περίοδο 2014-16;

Έτσι είναι. Πάντα και θα είναι για πάντα αυτό, όποια ομάδα και να αναλάβω. Πάνω από την Εθνική ομάδα δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο.

– Πήγαν όλα όπως τα περίμενες με την Εθνική ή σου μένει μια πικρία; (Μουντομπάσκετ – Ευρωμπάσκετ – Προολυμπιακό).

Μεγάλη πικρία. Ήθελα πολύ ένα μετάλλιο με την Εθνική. Ήταν τρία διαφορετικά τουρνουά που χάσαμε από τις ομάδες που τα κατέκτησαν ή έφτασαν στον τελικό. Στο Μουντομπάσκετ του 2014, οι Σέρβοι έφτασαν στον τελικό με τις ΗΠΑ, στο Ευρωμπάσκετ του 2015 κέρδισαν οι Ισπανοί και στο Προολυμπιακό προκρίθηκαν από τον όμιλό μας οι Κροάτες.

Είχαμε τις δυνατότητες. Κάνοντας έναν απολογισμό, η Εθνική ομάδα είναι τελείως διαφορετική απ’ ότι ένας σύλλογος. Σ’ ένα σύλλογο έχεις το χρόνο να δουλέψεις και να φτιάξεις πράγματα. Στην Εθνική ομάδα δεν τον έχεις αυτόν το χρόνο και θα πρέπει να σταθμίσεις πολλούς παράγοντες φτάνοντας στο τουρνουά. Θεωρώ όμως ότι και ο παράγοντας τύχη παίζει πολύ μεγάλο ρόλο. Δεν είμαι άνθρωπος ή προπονητής που στηρίζομαι στην τύχη είναι όμως ένας συνδυασμός πραγμάτων. Δεν είχαμε όμως την τύχη στα νοκ άουτ ματς για να μπορέσουμε να φτάσουμε πιο ψηλά. Είναι όμως μια εμπειρία που είναι βαθιά χαραγμένη μέσα μου. Παρά την πίκρα, ξεκάθαρα υπερηφάνεια να είμαι προπονητής στο αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα.

– Στα χέρια σου το 2014, στην Εθνική, βρέθηκε μεταξύ άλλων και ο Γιάννης Αντετοκούνμπο στα πρώτα του τότε βήματα στο ΝΒΑ. Ποια ήταν η σχέση σας;

Ο Γιάννης είχε παίξει μόνον ένα τουρνουά στην Εσθονία με τους «μικρούς» αλλά ήταν ένα παιδί που είχε πάει στο ΝΒΑ. Πήρα όμως την απόφαση γιατί το είχα πολύ ξεκάθαρα στο μυαλό μου με το μπάσκετ που ήθελα να παίξω καθώς ήμουν στην Ισπανία κάποια χρόνια και ήθελα να βάλω κάτι διαφορετικό στην Εθνική ομάδα. Πιο πολλή ταχύτητα, κάτι που δεν το έκανε η Εθνική τα προηγούμενα χρόνια καθώς είχε διαφορετικά γκαρντ κλ. Διαμαντίδης, Σπανούλης. Μέχρι τότε η ομάδα έπαιζε ένα μπάσκετ «πιο τακτικής». Ήθελα να αλλάξω αυτή τη φιλοσοφία και ο Γιάννης παρ’ όλο που δεν είχε καθόλου εμπειρία, σε ένα σύνολο που αποτελούνταν από τον Καλάθη (που ξαναγυρνούσε στην Εθνική ομάδα), τον Παπανικολάου, τον Σλούκα, ήθελα να παίξουμε πιο γρήγορα. Εκείνη τη χρονιά, υπήρχε έναν τουρνουά «κάτω των 20» για τους Νέους που γινόταν στην Κρήτη. Τότε στους Νέους έπαιζαν οι Παπαπέτρου, Αγραβάνης, Μποχωρίδης κλπ. μια ομάδα που θα μπορούσε να πάρει το πρωτάθλημα. Η εισήγησή μου ήταν ότι δε μπορεί να παίξει και στα δύο. Τον ήθελα στην πρώτη ομάδα και να μπει στο δικό μας το σύστημα παρά το νεαρό της ηλικίας του και τις λίγες εμπειρίες που είχε μέχρι τότε. Η Ομοσπονδία έδωσε το ΟΚ να είναι μαζί μας. Έτσι ξεκίνησε η πορεία του στην Εθνική ομάδα.

– Περίμενες ότι περίπου πέντε χρόνια μετά θα έφτανε σε αυτό το επίπεδο που είναι τώρα;

Ιδιαίτερο παιδί. Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενε τόσο γρήγορα ότι θα έφτανε σε αυτό επίπεδο. Ο χαρακτήρας του, δηλαδή η όρεξη για δουλειά, η αυτοπεποίθησή του και το πόσο πειθαρχημένος είναι, έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Από το πώς δούλευε με όλα τα είδωλά του δίπλα-δίπλα που κάποτε τους περίμενε για να πάρει αυτόγραφα, ήμουν σίγουρος ότι θα έκανε καριέρα στο ΝΒΑ αλλά τόσο γρήγορα all-star παίκτης ομάδας και ηγέτης αυτής, ομολογώ πως δεν το περίμενα. Η επιμονή του για δουλειά, να γίνει καλύτερος, αυτό τον έφτασε τόσο γρήγορα εδώ που είναι.

Το ισπανικό πρωτάθλημα είναι το καλύτερο στην Ευρώπη – Η Ισπανία είναι σα δεύτερη χώρα μου

– Και βέβαια τα ταξίδια μεταξύ Ρωσίας και Ισπανίας συνεχίστηκαν και συνεχίζονται καθώς διετέλεσες προπονητής στη Κράσνονταρ, τη Μούρθια, την Τενερίφη, την Γκραν Κανάρια και εσχάτως μέχρι σήμερα, στη Μάλαγα. Αν εξαιρέσεις ένα σύντομο πέρασμα, γενικά από Άρη και Χάποελ Ιερουσαλήμ γιατί επέλεξες να δομήσεις τη φήμη σου μεταξύ Ρωσίας και Ισπανίας; Ήταν αμιγώς ο τρόπος παιχνιδιού που σου ταίριαζε; Ήταν ο τρόπος ζωής;

Στη Ρωσία ήταν μια χρονιά εφαλτήριο για εμένα. Αν δεν πετύχαινα στη Ρωσία, δεν ξέρω και το κατά πόσο θα μπορούσα να κάνω καριέρα στην Ευρώπη ή τέλος πάντων την καριέρα που έχω κάνει μέχρι σήμερα. Είχε πολλές δυσκολίες, το πρωτάθλημά τους είναι διαφορετικό και ο προπονητής πρέπει να προσαρμόζεται στο πρωτάθλημα που πηγαίνει από άποψη κουλτούρας και γηγενών παικτών όπου είναι και η βάση μιας ομάδας. Στο Κράσνονταρ ήταν κακό το timing. Ήταν να πάω αλλού, τελικά ήταν η μόνη ομάδα που έμεινε ως επιλογή μετά το προολυμπιακό του Τορίνου (2016) και δεν ήθελα να κάτσω εκτός δράσης. Γι’ αυτό πήγα αλλά δεν ήμουν 100% πεπεισμένος ότι ήταν αυτό που έπρεπε να κάνω.

Στην Ιερουσαλήμ, ακόμα έχω σχέση με την εκεί διοίκηση αλλά ήταν ένα ρόστερ που δε μου ταίριαζε και το ένιωσα από την αρχή.

Στην Ισπανία, ήθελα και έπρεπε να μάθω ισπανικά, προκειμένου να μπω γρήγορα στην κουλτούρα τους. Το ισπανικό πρωτάθλημα νιώθω ότι μου ταιριάζει. Πέρα από τη Γκραν Κανάρια που ήταν μια χρονιά περίεργη λόγω COVID και η σχέση με τη διοίκηση ήταν λίγο περίεργη στις υπόλοιπες ομάδες τα πήγαμε καλά, γνωρίζω το πρωτάθλημα καλά, με γνωρίζουν πάρα πολύ καλά πια, με θεωρούν «δικό» τους προπονητή. Η Ισπανία είναι το καλύτερο πρωτάθλημα μετά το ΝΒΑ και την Ευρωλίγκα. Όλες οι συνθήκες είναι σχεδόν τέλειες για έναν επαγγελματία είτε είναι προπονητής είτε παίκτης. Απολαμβάνεις και συγκεντρώνεσαι αποκλειστικά για το παιχνίδι, την προπόνηση. Είναι μια χώρα όμορφη όπου νοιώθεις όμορφα σαν Έλληνας γιατί έχουμε πολλές ομοιότητες και στην κουλτούρα μας. Είναι σα δεύτερη χώρα μου.

– Πριν την Γκραν Κανάρια (2019-20), έγινες ο πρώτος Έλληνας προπονητής που κάθισες σε ομάδα του ΝΒΑ. Αναφέρομαι στο πέρασμά σου από τους Γιούτα Τζαζ ως βοηθός προπονητής. Τι εμπειρίες ζωής αποκόμισες από εκεί;

Ήταν ένα όνειρο κι αυτό όπως ήταν ένα όνειρο να πάω στην ACB. Η σχέσή μου με το ΝΒΑ είναι πολλά χρόνια. Ξεκίνησα ως scouter στους Μπόστον Σέλτικς όταν επιτρεπόταν βάσει κανονισμών να είμαι παράλληλα, εδώ, βοηθός του Σάκοτα. Η σχέση μου κάθε καλοκαίρι είτε στα summer league είτε όταν ερχόντουσαν στην Αθήνα, γενικοί διευθυντές, scouters, προπονητές ήταν πολύ καλή. Ήθελα να το ζήσω από μέσα. Ήταν βέβαια ένα ρίσκο γιατί προπονητής στο επίπεδο το δικό μου, κάνοντας μια καριέρα, αφήνοντας την Ευρώπη και πηγαίνοντας στην Αμερική, δεν το κάνει σχεδόν κανένας. Ήθελα όμως να το κάνω, με μια προοπτική να μείνω κιόλας εκεί. Τελικά, αυτό που κατάλαβα μετά τα Χριστούγεννα ήταν ότι μάλλον ηλικιακά αν ήμουν 10 χρόνια πιο μικρός ίσως να το ολοκλήρωνα. Ήθελα να επιστρέψω ως πρώτος προπονητής στην Ευρώπη. Τρομερή παρ’ όλα αυτά εμπειρία. Ένας κόσμος τελείως διαφορετικός από αυτόν που ζούμε εδώ στην Ευρώπη. Τα μεγέθη είναι διαφορετικά. Οι παίκτες ομοίως. Ο προπονητής Σνάιντερ, πολύ ιδιαίτερος, πολύ ωραίος τύπος. Μεγάλο σχολείο για μένα.

Αυτή τη στιγμή το ελληνικό πρωτάθλημα είναι αισθητά αποδυναμωμένο με αβέβαιο μέλλον”

– Φτάνοντας προς το τέλος, έχοντας όλη αυτή τη συμπυκνωμένη εμπειρία σε τι επίπεδο βρίσκεται σήμερα το ελληνικό μπάσκετ; Επίσης, ποιες οι διαφορές του από το ισπανικό και το ρωσικό μπάσκετ;

Οι διαφορές είναι τεράστιες, δυστυχώς. Το ελληνικό πρωτάθλημα το ’90 ήταν το πιο δυνατό πρωτάθλημα της Ευρώπης. Υπήρχαν οικονομικοί παράγοντες που οι πιο πολλοί βάζανε από την τσέπη τους. Τότε υπήρχαν άνθρωποι που έβλεπαν μακριά και αναρωτιούνταν τι θα γίνει όταν θα σταματήσει αυτή η «κάνουλα». Πλέον, βλέπουμε που έχει πάει. Τότε, οι Ισπανοί ήταν το 3ο ή 4ο πρωτάθλημα στην Ευρώπη, έχτιζαν όμως αυτό που έχουν τώρα. Οργάνωση, μάρκετινγκ, γήπεδα, σπόνσορες. Εμείς τότε ζούσαμε με τα χρήματα του Χ, τα χρήματα της τηλεόρασης. Σίγουρα έπαιξε ρόλο το ’87 με την Εθνική ομάδα, τις δύο δυνατές ομάδες της Θεσσαλονίκης εκείνη την εποχή, μετά ο Ολυμπιακός κι ο Παναθηναϊκός που μπήκαν κι αυτοί δυνατά, η ΑΕΚ με τον Φιλίππου μετά. Ακόμα και ο Πανιώνιος ήταν ανταγωνιστικός. Φέρναμε τους καλύτερους ξένους. Δυστυχώς, κανένας δεν κοίταξε να φτιάξει μια βάση όταν θα ερχόταν η στιγμή κλεισίματος του κύκλου κάποιων παραγόντων. Αυτή τη στιγμή το ελληνικό πρωτάθλημα, αν και έχουμε πάρα πολύ καλούς προπονητές, είναι ένα πρωτάθλημα που το κοιτάνε ώστε να βρουν «λαβράκια» για να τους πάρουν σε πιο ανταγωνιστικά πρωταθλήματα. Τα τελευταία χρόνια και χωρίς τον Ολυμπιακό, έχει αποδυναμωθεί αισθητά και δεν ξέρω και το μέλλον του πρωταθλήματος ποιο μπορεί να είναι.

– Και ποιες οι διαφορές στον τρόπο διαβίωσης. Ίσως με την Ισπανία έχουμε πιο πολλά κοινά ή μήπως κι αυτό δεν είναι βέβαιο καθώς άλλο πράγμα οι Βάσκοι και άλλο η Νότια Ισπανία;

Όταν έχεις τη δυνατότητα να ταξιδέψεις, μπορείς να κάνεις δύο πράγματα. Ή να προσπαθήσεις να αφουγκραστείς την κουλτούρα του τόπου να μην ασχοληθείς καθόλου με το που ζεις και να ασχοληθείς μόνο με αυτό που κάνεις. Πράγματι η Ισπανία είναι μια ιδιαίτερη χώρα σε αυτό το κομμάτι με τις περιφέρειες που έχει που η κάθε μία έχει την κυβέρνησή της. Οι διαφορές που έχουν οι Βάσκοι με αυτούς που ζουν στην Ανδαλουσία ή στη Βαλένθια. Οι της Βαλένθια ας πούμε μοιάζει πιο πολύ με τους Έλληνες. Ή οι Βάσκοι για παράδειγμα, μοιάζουν πιο πολύ με τους Κρητικούς (γέλια). Είναι κι αυτοί πολύ περήφανοι. Πας στην Τενερίφη ή στα Κανάρια, εκεί είναι χαλαρά όλα, είναι σαν την Ικαρία (γέλια). Στη Μούρθια «βράζει το αίμα τους».

Εγώ λοιπόν επέλεξα να ασχοληθώ με την κουλτούρα του τόπου που ζω. Ένας προπονητής μιλάει πολύ, δίνει συνεντεύξεις. Πρέπει να είσαι προσεκτικός και να ξέρεις που απευθύνεσαι.

Ομοίως και για τα δύο παιδιά μου που μεγάλωσαν στην Ισπανία. Μαζί με εσένα είναι μια εμπειρία και για όλη την οικογένειά σου.

– Άμυνα ή επίθεση; Σε ρωτάω γιατί η «Νικαιώτικη» σχολή, βλ. Παναγιώτης Γιαννάκης δηλώνει άμυνα ή μάλλον η επίθεση δεν αρκεί όπως δήλωσε και πρόσφατα σε τηλεοπτική του συνέντευξη.

Ότι μια άμυνα μπορεί να σου δώσει ένα παιχνίδι, ισχύει. Προσωπικά, ξεκινώντας με Σέρβους προπονητές που ήταν η απόλυτη πειθαρχία, η απόλυτη εκτέλεση σε άμυνα – επίθεση και ο απόλυτος έλεγχος, μετά εδώ στην Ισπανία, το εμπλούτισα, δίνοντας ελευθερία σε κάποιους παίκτες. Ανάλογα με το προφίλ των παικτών που έχεις και το πώς πάει το πρωτάθλημα, πράττεις αναλόγως. Το ισπανικό πρωτάθλημα είναι ένα πρωτάθλημα με πολλές κατοχές. Δηλαδή, ένα παιχνίδι 88-86, δε σημαίνει ότι δεν έχουν παίξει άμυνα και οι δύο ομάδες. Απλά, υπάρχει τόσο ταλέντο και υπάρχουν πολλές κατοχές. Η άμυνα λοιπόν μπορεί να σου κερδίσει ένα παιχνίδι αλλά δε γίνεται μόνο με την άμυνα. Θέλει συνδυασμό.

– Κλείνοντας, θα κάνω την ερώτηση που ξέρω όμως εκ των προτέρων ότι λόγω συνεχούς διαβίωσης στο εξωτερικό, έχει δυσκολίες. Επαφή με τους συμμαθητές του από το Σχολείο, έχεις καταφέρει να κρατήσεις;

Δυστυχώς όχι. Ήταν χρόνια τότε που επειδή δεν έμενα στον Πειραιά, ήμασταν παιδιά από διάφορες συνοικίες, δε μπορούσαμε να βρισκόμαστε εύκολα. Ανά καιρούς, είχα 2-3 συμμαθητές που μου είχαν στείλει στο Linkedin αλλά δυστυχώς δεν έχω συχνή επαφή.

– Την πιο όμορφη ανάμνηση που θυμάσαι από το Σχολείο και ένα μήνυμα που θα ήθελες να στείλεις στους Αποφοίτους μας.

Ήμουν πάρα πολύ περήφανος που φορούσα στολή, όσο παρεξηγήσιμο κι αν φανεί αυτό. Εμείς τότε φορούσαμε ένα γκρι παντελόνι, γαλάζιο πουκάμισο, μπλε γραβάτα και μπλε πουλόβερ. Πολλές φορές όταν δεν έπαιρνα το πούλμαν για το σπίτι και έπαιρνα το λεωφορείο, όταν περπάταγα στο δρόμο, είχαμε και τις τσάντες που είχε το σήμα της Σχολής, όσοι μας έβλεπαν αναγνώριζαν ότι είμαστε από τη Γαλλική Σχολή. Ειλικρινά, ένιωθα υπερήφανος που δεν είμαι τόσο των στολών, γενικά.

To Saint-Paul μου έδωσε πάρα πολλά πράγματα. Εύχομαι υγεία σε όλους τους απόφοιτες και όλες τις απόφοιτες και να κρατάτε ζωντανές τις επαφές σας με τους συμμαθητές σας και το Σχολείο.

Φώτης Κατσικάρης, Qui est qui

Έτος Αποφοίτησης: 1982 (Γ' Γυμνασίου)

Αγαπημένος καθηγητής: Βαγγέλης Μπενέκος

Αγαπημένος παίκτης: Λάρι Μπερντ

Αγαπημένος προπονητής: Ντούσαν Ίβκοβιτς

Καλύτερος συμπαίκτης: Ρολάντο Μπλάκμαν

Αγαπημένο νούμερο: 7

Αγαπημένο φαγητό: Μαγειρίτσα

Αγαπημένο χρώμα: Μπλε

Χόμπι: Πάντελ

Αγαπημένο μέρος: Μπιλμπάο

* Ο Φώτης Κατσικάρης είναι πρώην Ομοσπονδιακός προπονητής της Εθνικής Ελλάδας και νυν προπονητής της Ουνικάχα Μάλαγα που αγωνίζεται στην ACB.

Ίσως σε ενδιαφέρουν …

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ

Ας κρατήσουμε επαφή