info@saintpaul-amicale.gr     210 45 11 954

Tête-à-tête με τον Αλέξανδρο Μπουρδούμη

Ηθοποιός, από τους πιο αναγνωρίσιμους της γενιάς του, ξεκινώντας κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Ως δρών, λάτρης της σκηνής, της οθόνης αλλά και της μεγάλης οθόνης.

Μαζί μας σ’ ένα ακόμα Tête-à-tête, o Αλέξανδρος Μπουρδούμης, απόφοιτος του ’94 με τον οποίο συνομιλήσαμε, ξεκινώντας από τα μαθητικά χρόνια στον Πειραιά και το Saint-Paul, τη δραματική σχολή και τα μετέπειτα βήματά του ως ηθοποιός όπως επίσης και για τις μεταβάσεις της υποκριτικής μέσα από την οικονομική κρίση και τον COVID-19 και βέβαια για τα επόμενα επαγγελματικά του σχέδια.

– Να ξεκινήσουμε από το Σχολείο. Απόφοιτος του ’94. Θέλω να μου πεις τα βασικά στοιχεία που χαρακτήριζαν το Σχολείο μας εκείνη την περίοδο.

Το Σχολείο από τη μία είχε σαν προτέρημα την πειθαρχία, την εκμάθηση της ξένης γλώσσας από την άλλη η γαλλική παιδεία και κουλτούρα διαχεόταν στους μαθητές. Το γαλλικό σύστημα παιδείας είναι από τα καλύτερα στον κόσμο. Αν και καθολικό σχολείο, δεν υπήρχε καταναγκασμός – συντηρητισμός αλλά αντίθετα ήταν πρωτοπόρο σε πολλά θέματα όπως μαθήματα εκμάθησης υπολογιστών που για εκείνη την εποχή ήταν ασυνήθιστο, πολύ καλές αθλητικές ομάδες, δυνατοί πολιτιστικοί σύλλογοι. Ανέπτυσσε μια δραστηριότητα που βοηθούσε εν συνόλω τον μαθητή ώστε να αναπτύξει επιπλέον δεξιότητες.

– Πως θυμάσαι ως μαθητής εκείνη τη δεκαετία; Κοινωνικά κλπ.

Ο Πειραιάς προσπαθούσε να «ξεκολλήσει» από τη «μιζέρια». Ένας «αγώνας» που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Τώρα σε συνδυασμό με το σχολείο, δεν ήμουν άριστος μαθητής και έτσι αναρωτιόμουν πως θα περάσουν αυτά τα έξι χρόνια στο Saint-Paul (γέλια). Γενικά, ανέμελα σχολικά χρόνια. Δε με πίεζαν να γίνω σούπερ μαθητής οπότε μπορούσα από τότε να ονειρευτώ στο κομμάτι της τέχνης και βέβαια τα τρία τελευταία χρόνια του Λυκείου που ως γνήσιος ΑΕΚτζής να πανηγυρίζω πρωταθλήματα μέσα στην καρδιά του Πειραιά (γέλια). Είχαμε, θυμάμαι, γυμνασιάρχη ΑΕΚτζή που έκανε κι αυτός καζούρα στους μαθητές. Μιλάμε για ένα σχολείο με 90% Ολυμπιακούς οπότε καταλαβαίνεις (γέλια).

– Το Saint-Paul πως προέκυψε ως επιλογή;

Οι γονείς μου ήταν άνθρωποι που τους άρεσαν οι γλώσσες γενικότερα και πιο συγκεκριμένα η μητέρα μου που ασχολούταν με το χώρο του κοσμήματος, μέσω μιας πελάτισσάς της, έγινε νύξη για το Saint-Paul. Γνώριζε και η ίδια γαλλικά. Ειδικότερα, πρώτα πήγε ο αδερφός μου που είναι τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος από μένα και μετά εγώ. Μάλιστα, ο αδερφός μου ο Σταμάτης ήταν η τελευταία τάξη αρρένων.

– Υπήρξε κάποιο μάθημα που να είχες ιδιαίτερη κλίση;

Φιλολογικά μαθήματα κυρίως αλλά γενικά ταξίδευα με την τέχνη.

– Και το ενδιαφέρον για την υποκριτική πως προκύπτει; Για να μαθαίνουμε κι εμείς οι νεότεροι, υπήρχε τότε κάποια οργανωμένη θεατρική ομάδα;

Υπήρχε θεατρική ομάδα. Πρόλαβα και έπαιξα σε ένα έργο. Υπήρχε όμως και μια λέσχη που βλέπαμε ταινίες, γαλλικές και μη. Υπήρχαν και άνθρωποι οι οποίοι μας μιλούσαν για την τέχνη ακόμα και οι frères είτε μέσω λογοτεχνικών κειμένων είτε όχι.

– Θυμάσαι κάποιον καθηγητή που «το είδε όλο αυτό να έρχεται» για σένα;

Ο frère Μάριος και ο frère Polycarpe ο οποίος ήταν δραστήριος frère με χιούμορ, ιδιαίτερη ομιλία και θυμάμαι ότι τον πειράζαμε (γέλια). Μιλούσε όμως για τέχνη, για Γάλλους συγγραφείς, για τους «καταραμένους ποιητές» (π.χ. Ρεμπώ).

– Το σχολείο τελειώνει και «ρίχνεσαι» κατευθείαν στο χώρο του θεάτρου;

Ήμουν τυχερός καθώς όταν τέλειωσα το Σχολείο, το ίδιο καλοκαίρι πέρασα στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Ήταν αναπάντεχο για εμένα, μόλις 18 χρονών τότε.

– Δραματική Σχολή «Καρόλου Κουν». Τι αποκομίζεις από αυτήν και πως θα τη χαρακτήριζες με δυο-τρεις λέξεις;

Ιστορία και πρωτοπορία στο κομμάτι της υποκριτικής. Το αντίπαλο δέος του Εθνικού Θεάτρου. Τα χρόνια που πήγα εγώ είχα την ευκαιρία να διδάσκομαι απ’ όλους τους επίγονους του Κουν. Διδασκόμασταν τη φιλοσοφία όχι μόνο στα πλαίσια του θεάτρου αλλά και στην ίδια τη ζωή από τους ανθρώπους που έζησαν τον Κουν. Εγώ μπήκα το ’94, ο Κουν είχε πεθάνει το ’87, ήταν νωπό.

– Πότε και ποιο ήταν το ντεμπούτο σου ως ηθοποιός; Τι θυμάσαι από τότε και πως ένιωσες;

Το ντεμπούτο ήταν όταν ήμουν 20 ετών, το 1996, ως μέλος στο χορό αρχαίου δράματος και πιο συγκεκριμένα το έργο «Άλκηστη» του Ευριπίδη, στην Επίδαυρο. Βουτιά στα βαθιά μεν αλλά μόνο χαρά και ευτυχία από συναισθήματα. Ζούσα ένα όνειρο καθώς ήμουν με τους δασκάλους μου και έπαιζα μαζί τους. Τότε πήρα το «βάπτισμα του πυρός», συνεχίζοντας και στο Θέατρο Τέχνης και αργότερα μπαίνοντας στην ελεύθερη αγορά, θέατρο αρχικά και έπειτα τηλεόραση.

Από την ταινία “Ενήλικοι στην Αίθουσα” όπου υποδύεται τον τότε πρωθυπουργό, Αλ. Τσίπρα

– Ξεκινάς τόσο σε θέατρο όσο και σε κινηματογράφο και έπειτα τηλεόραση. Ποιο είναι αυτό που σε κερδίζει τελικά ή που το προτιμάς λίγο περισσότερο και γιατί;

Οι Έλληνες ηθοποιοί διδασκόμαστε την υποκριτική με βάση το θέατρο. Με τα χρόνια όμως έχω αγαπήσει και την υποκριτική στην κάμερα και βρίσκομαι πια σε μια ισορροπία. Ίδια αφετηρία αλλά διαφορετική γοητεία. Το θέατρο πάντως παραμένει μεγάλος έρωτας και ήταν και η αιτία για να μπω σε όλο αυτό το κομμάτι. Όμως και στον κινηματογράφο έχω πάρει χαρές μεγάλες, ειδικά πρόσφατα με την ταινία του Γαβρά (Ενήλικοι στην Αίθουσα) κάτι που το θέατρο δε μου έχει προσφέρει τέτοια χαρά υπό αυτό το πρίσμα.

– Πότε (χρονολογικά) και με ποιο έργο, θεωρείς ότι αρχίζεις να καθιερώνεσαι σιγά-σιγά;

Συμμετοχή σε πρώτους ρόλους στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας σε έργα Σαίξπηρ και Μολιέρου αλλά και όταν έπαιξα μαζί με την Πέμη Ζούνη στο «H Μαργαρίτα Γκοτιέ ταξιδεύει απόψε» του Άκη Δήμου. Τότε ήταν το έναυσμα να με δουν περισσότεροι άνθρωποι που μέχρι τότε με έβλεπαν σε μικρότερους ρόλους, να με δουν ως πρωταγωνιστή. Μέσα από αυτά, πήρε και τους πρώτους μου μεγάλους ρόλους στην τηλεόραση όπως «Λούφα και παραλλαγή», «Βέρα στο δεξί» κλπ.

– Ποια θεωρείς ότι είναι η κορυφαία σου στιγμή στην καριέρα σου;

Δε θεωρώ ότι υπάρχει κάποια κορυφαία. Είναι μια πορεία πολύ μεγάλη που δε σταματάει. Σίγουρα όμως η συμμετοχή σε μια ταινία του Κώστα Γαβρά είναι κάτι από μόνο του αξέχαστο και ιδιαίτερο. Δε συνηθίζεται οι Έλληνες ηθοποιοί να παίζουν σε τόσο μεγάλες ταινίες και να κάνουν πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Βενετίας.

– Την περίοδο που αυξάνεις την παρουσία σου στο θέατρο και όχι μόνο, η χώρα βρίσκεται στη δίνη της οικονομικής κρίσης. Τι μεταλλάξεις παρατηρείς τόσο όσον αφορά τον κλάδο των ηθοποιών όσο και το χώρο που δραστηριοποιείστε (θέατρο, κινηματογράφος, τηλεόραση);

Είναι μια συνεχής συζήτηση που εμείς οι Έλληνες ηθοποιοί την έχουμε από πριν την κρίση. Είμαστε συνηθισμένοι να ζούμε σε μια κρίση. Πάντα ήταν ζήτημα η ανεργία στο χώρο μας. Η κρίση βοήθησε δυστυχώς να παρεισφρήσουν, όπως πάντα συμβαίνει, διάφορα παράσιτα όπως σε όλες τις δουλειές. Άνθρωποι οι οποίοι βρήκαν την ενασχόληση με την υποκριτική ως κάτι το ευκαιριακό και χωρίς να επενδύσουν όπως εμείς που δουλεύουμε χρόνια και «ματώνουμε τα γόνατά μας». Αυτή η δουλειά είναι ένας μαραθώνιος. Θεωρώ όμως ότι στο τέλος, όσοι βλέπουν την υποκριτική ως κάτι ευκαιριακό θα αποχωρήσει από μόνος του ή η ίδια η δουλειά θα τον «ξεβράσει».

Δεν είναι όμως μόνον το κομμάτι της οικονομικής κρίσης. Είναι και αυτό της εκμετάλλευσης.  

– Σα να μην έφταναν όλα τ’ άλλα ήρθε και ο COVID-19. Θεωρείς ότι το θέατρο αντιστάθηκε όσο μπορούσε ή θα μπορούσαν να είχαν γίνει άλλα πράγματα; Και βέβαια, από δω και πέρα, πως βλέπεις τα πράγματα;

Το θέατρο και οι τέχνες ήταν από τα πρώτα που «χτυπήθηκαν». Όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και γενικότερα ότι είχε να κάνει με ανταλλαγή συναισθημάτων, εξωτερίκευση κλπ. δυστυχώς όλα αυτά «κλείστηκαν». Περιμέναμε υπομονετικά να ανοίξουν τα θέατρα.

Μέσα σε όλη αυτήν την πανδημία βέβαια με αφορμή και τη σπουδαία κατάθεση της Σοφίας Μπεκατώρου έγινε ένα άνοιγμα και από την πλευρά των ηθοποιών και των ανθρώπων του θεάτρου για το καίριο ζήτημα της εκμετάλλευσης και της σεξουαλικής παρενόχλησης. Νομίζω πρέπει να δοθεί η σκυτάλη και στα υπόλοιπα επαγγέλματα.

– Για όσους δε γνωρίζουν, θέλεις να μας πεις που βρίσκεσαι τώρα ή/και τι σχέδια έχεις από δω και πέρα;

Τα σχέδια είναι η οικογένειά μου και ο μικρός μας Αναστάσης ο οποίος κλείνει σε λίγο το 1ο έτος. Να περάσουμε όσο πιο όμορφα μπορούμε, οικογενειακά, το καλοκαίρι.

Επαγγελματικά, ξεκινώ γυρίσματα για μια καινούργια τηλεοπτική σειρά στο OPEN TV. Θα είναι μια κομεντί με μια σύγχρονη ματιά με τίτλο «Σ’ αγαπάω μεν αλλά». Τα γυρίσματα εντός της εβδομάδας.

“Για κάποιον νέο που θέλει να γίνει ηθοποιός, αν θεωρεί ότι μπορεί να «πολεμήσει με του δαίμονές του» και να έχει τη θέληση να πραγματοποιήσει τα όνειρά του, να το τολμήσει και να μη φοβηθεί.”

– Φτάνοντας προς το τέλος, τι θα συμβούλευες ένα μαθητή της Σχολής που θα ήθελε να γίνει ηθοποιός αλλά και τι δυσκολίες θα κληθεί να αντιμετωπίσει; Πέρα από το ταλέντο, σε τι άλλο θα πρέπει να δώσει βαρύτητα ή τι άλλα προσόντα να διαθέτει προκειμένου να το τολμήσει;

Γερό στομάχι όπως λέγανε οι παλιοί,  ατελείωτες ώρες διαβάσματος, μεγάλη αγάπη και πίστη γιατί αυτή η δουλειά έχει και αρκετές απογοητεύσεις. Αν θεωρεί ότι μπορεί να «πολεμήσει με του δαίμονές του» και να έχει τη θέληση να πραγματοποιήσει τα όνειρά του, να το τολμήσει και να μη φοβηθεί. Δεν έχει να χάσει τίποτα. Ακόμα και αν στο τέλος καταλήξει ένας καλός θεατής και αυτό είναι πολύ σημαντικό.

– Μιας και ξαναγυρνάμε στο Σχολείο, θα ήθελα να μου πεις, αν θυμάσαι, την πιο μοναδική ή ευχάριστη στιγμή στο Σχολείο.

Τότε κάναμε αρκετές φάρσες (γέλια). Τότε δεν είχαμε και το ίντερνετ, τα κινητά. Οπότε η δική μου η γενιά «έπαιξε» πολύ με τις φάρσες και τις πλάκες σε κάποιους καθηγητές. Εκδρομές, πενταήμερη, είναι πράγματα πολύ όμορφα και γλυκά. Ήμασταν η γενιά της αλάνας και αυτό ήταν πολύ σημαντικό.

– Έχεις κρατήσει επαφή με συμμαθητές σου από τότε;

Δυστυχώς όχι γιατί μπήκα πολύ γρήγορα στη δραματική σχολή ενώ όλοι οι υπόλοιποι ακολούθησαν ακαδημαϊκή πορεία και οι δρόμοι μας κάπου χωρίστηκαν. Κατά καιρούς όμως έχει τύχει να βρεθώ με κάποιους ή χαίρομαι πολύ όταν τους συναντάω ως θεατές σε παραστάσεις που παίζω. Είναι συγκινητικό.

– Ένα μήνυμα που θα ήθελες να δώσεις στους συναπόφοιτους/ες που θα διαβάσουν τη συνέντευξή σου.

Να διαδίδουν το πνεύμα του Δελασάλ. Να μεταλαμπαδεύουν τη γνώση και να γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι μέσα από τη γνώση. Αυτό πρέσβευε και ο Δελασάλ και το έδειχνε μέσα από την αγάπη του για τα γράμματα και τις τέχνες.

Αλέξανδρος Μπουρδούμης, Qui est qui

Έτος Αποφοίτησης: 1994

Αγαπημένο μότο:  «Μόνον οι γενναίοι αγαπούν, οι άλλοι απλώς ξεγελούν το θάνατο»

Αγαπημένος καθηγητής: Άννα Κοκκίνου

Αγαπημένος ηθοποιός: Daniel Day-Lewis / Robin Williams / Βασίλης Λογοθετίδης / Δημήτρης Χορν

Καλύτερος συμπρωταγωνιστής: Νικήτας Τσακίρογλου

Αγαπημένο νούμερο: 3

Αγαπημένο φαγητό: Μακαρόνια με κιμά

Αγαπημένο χρώμα: Κίτρινο

Χόμπι: Βόλτες, ταξίδια, καλό φαγητό

Αγαπημένο μέρος: Σούνιο (το μέρος των παιδικών μου χρόνων και εδώ που θα κάνουμε οικογενειακές διακοπές)

* Ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης είναι εν ενεργεία ηθοποιός και είναι ο πρωταγωνιστής της νέας σειράς του OPEN TV, «Σ αγαπάω μεν, αλλά…!» η οποία και θα προβληθεί προσεχώς.

Ίσως σε ενδιαφέρουν …

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ

Ας κρατήσουμε επαφή