info@saintpaul-amicale.gr     210 45 11 954

Tête-à-tête με τον Τάσο Πηλοΐδη

Από την “αφρόκρεμα” της ελληνικής διαιτησίας στην ελίτ της ευρωπαϊκής διαιτησίας. Με ένα δρομολόγιο που μόνον εύκολο δεν ήταν καθώς πέρασε “δια πυρός και σιδήρου” απ’ όλα τα επίπεδα των μικρών ηλικιών και τοπικών κατηγοριών προκειμένου να φτάσει σε αυτό το επίπεδο.

Μαζί μας σ’ ένα ακόμα Tête-à-tête, o Τάσος Πηλοΐδης, απόφοιτος του ’85 με τον οποίο συνολιμήσαμε, ξεκινώντας από τα μαθητικά χρόνια στο Saint-Paul, τα πρώτα του διαιτητικά βήματα μέχρι την καταξίωση σε υψηλό επίπεδο και τις εμπειρίες ζωής που αποκόμισε. Και βέβαια τους συμμαθητές του που ποτέ δεν ξεχνά.

– Να ξεκινήσουμε από το Σχολείο. Απόφοιτος του ’85 σε μια περίοδο που το σχολείο φαίνεται να έχει προνομιακή σχέση με το μπάσκετ. Το λέω αυτό γιατί μέχρι το Γυμνάσιο ήσουν συμμαθητής με τον Φώτη Κατσικάρη.

Όντως, αποφοίτησα από το σχολείο το ’85, και ήμουν τυχερός όσον αφορά το κομμάτι του αθλητισμού στο εν λόγω σχολείο καθώς είχα συμμαθητή τον Φώτη Κατσικάρη, ο οποίος κάνει λαμπρή καριέρα ως προπονητής σε κορυφαίες ομάδες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ένα χρόνο μεγαλύτερος από μένα ήταν και ο Κυπριώτης, εξαιρετικός παίκτης και πολλά υποσχόμενος, αγωνιζόμενος τότε στην ομάδα του Ολυμπιακού. Περνάγαμε πολλές ώρες μαζί στο σχολείο και ιδίως στα διαλλείματα τα μονά που παίζαμε (3Χ3) ήταν το μοναδικό θέαμα όλου του σχολείου. Μην ξεχάσω και άλλον μεγάλο αθλητή του μπάσκετ που αποφοίτησε από το σχολείο μας, και αυτός με λαμπρή καριέρα ως παίκτης και μετέπειτα ως προπονητής, ο Γιάννης Παραγυιός.  Αλλά, όλοι μας, ήμασταν πολύ τυχεροί γιατί είχαμε ως γυμναστή, τον Θεοτόκη Μανουσαρίδη. Έναν άνθρωπο που έφτασε στην κορυφή του βόλλευ ως παίκτης και ως προπονητής, και πάντα μας καθοδηγούσε με τον σωστό τρόπο και τις αξίες του ευ αγωνίζεσθαι.

“Οι αρχές που διδαχθήκαμε ήταν να υπάρχει σεβασμός προς τον άλλον και προγραμματισμός”

– Πως ήταν τότε τα πράγματα στο Σχολείο; Ποια ήταν η αίσθηση των αρχών που το χαρακτήριζαν αλλά και της καθημερινότητάς σας;

Τότε που φοιτούσα και μέχρι την αποφοίτηση μου, το Σχολείο ήταν ΑΜΙΓΩΣ αρρένων. Θυμάμαι στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου, η στολή του σχολείου ήταν υποχρεωτική σε καθημερινή βάση. Με την πάροδο του χρόνου, πλέον η στολή ήταν υποχρεωτική μόνο σε εκκλησιασμούς και σε εορταστικές εκδηλώσεις εντός και εκτός σχολείου. Θυμάμαι χαρακτηριστικά – και μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση- πως μετά από κάθε τέλος του διαλλείματος για να μπούμε στις τάξεις μας, ΠΑΝΤΑ κάναμε γραμμές και μπαίναμε ανά τάξη. Ποτέ όλοι μαζί όπως γινόταν και γίνεται σε άλλα σχολεία. Ως καθολικό σχολείο που οι περισσότεροι καθηγητές ήταν frères, οι αρχές που διδαχτήκαμε ως μαθητές και διαμορφώνουν τους χαρακτήρες μας σε μία πολύ ευαίσθητη και κομβική ηλικία, ήταν να υπάρχει σεβασμός προς τον άλλον και προγραμματισμός. Τότε ενδεχομένως μας φαινόντουσαν όλα αυστηρά ή υπερβολικά θα έλεγα. Μεγαλώνοντας και βλέποντας την κοινωνία γενικά και το τι γινόταν και σε άλλα σχολεία θα έλεγα πως οι αρχές που μας έδωσαν και το όραμα που είχαν για τα παιδιά ήταν σε σωστές βάσεις και εν τέλει απέδωσαν καρπούς. Το λέω αυτό γιατί το ζητούμενο σε κάθε σχολείο, δεν είναι να είσαι άριστος μαθητής ή ΜΟΝΟ άριστος μαθητής, αλλά να έχεις σωστή παιδεία.  Άλλωστε όπως έχει αποδειχθεί, κανένα πτυχίο ή αριστείο, δεν έχει αξία αν δεν είσαι άνθρωπος με ηθικούς φραγμούς και αξίες. Και αυτά διδάσκονται από την οικογένεια πρωτίστως και εφαρμόζονται σε μία κλειστή κοινωνία όπως είναι το σχολείο.

– Αν κρίνω λόγω της μετέπειτα πορείας σου, “μπασκετικός”;

Ανέκαθεν μου άρεσε το μπάσκετ αλλά και το βόλλευ πάρα πολύ. Αυτά τα δύο αθλήματα με τράβηξαν από πολύ μικρή ηλικία. Έπαιξα ως παίκτης και στα δύο. Αλλά κατά την διάρκεια της ενασχόλησης μου με τα προαναφερθέντα αθλήματα, με κέρδισε το μπάσκετ. Ίσως γιατί είναι πιο δυναμικό άθλημα, ίσως γιατί είναι ένα άθλημα με επαφές, δεν ξέρω τον ακριβή λόγο αλλά τελικά έμεινα στο μπάσκετ. Βέβαια, ήρθε και η τεράστια επιτυχία της Εθνικής ομάδας το ’87 που έβγαλε όλα τα παιδιά στο δρόμο να παίξουν μπάσκετ. Θυμάμαι χαρακτηριστικά πως έβλεπα παιδιά μικρής ηλικίας σε πλατείες, και με ένα μπαλάκι μικρό και έναν κουβά από το σπίτι τους, τον έκαναν «αυτοσχέδια» μπασκέτα και έπαιζαν μπάσκετ. Όλα αυτά συνηγόρησαν και αν θέλετε επιβεβαίωσαν την επιλογή μου να ασχοληθώ με το μπάσκετ. Άρα, θα τολμήσω να πω, πως ΝΑΙ, είμαι απολύτως ΜΠΑΣΚΕΤΙΚΟΣ.

– Έκανες κάποιο άθλημα, ας πούμε μπάσκετ, εκείνη την περίοδο;

Ήμουν παίκτης σε ομάδες από τα δώδεκά μου. Πάντα ήμουν πολύ τυπικός στις προπονήσεις και περίμενα πως και πως να έρθει η ημέρα του αγώνα. Κατά τη φοίτηση μου στο Σχολείο, πήραμε μέρος και στο σχολικό πρωτάθλημα ανά περιφέρειες που γινότανε εκείνα τα χρόνια. Θυμάμαι χαρακτηριστικά, πως θέλαμε πάρα πολύ να συμμετέχουμε σε αυτούς τους σχολικούς αγώνες και στην αρχή υπήρχαν κάποιες αντιρρήσεις από την διεύθυνση του σχολείου μας. Ο Κυπριώτης και εγώ, δε μπορούσαμε να διανοηθούμε (ως μπασκετικοί), να μη λάβουμε μέρος και να κάνουμε αυτό που τόσο αγαπάμε. Ο ενδοιασμός της διεύθυνσης για να μην συμμετάσχουμε στο σχολικό πρωτάθλημα ήταν γιατί φοβόντουσαν με την ένταση που υπάρχει στους αγώνες, μην τσακωθούμε, κάτι που δεν το ήθελε σε καμία περίπτωση το Σχολείο για τη φήμη του και την προστασία των μαθητών του. Αναλάβαμε δράση μαζί με τον Κυπριώτη, κάνοντας συνεχόμενες συναντήσεις με την διεύθυνση, προσπαθώντας να τους κάνουμε να αλλάξουν γνώμη. Μετά από πολλές συναντήσεις, και με την υπόσχεση από εμάς αλλά και απ’ όλα τα παιδιά της ομάδας, πως εμείς θα είμαστε οι θεματοφύλακες της σωστής λειτουργίας των αγώνων και ότι δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να φέρουμε σε δύσκολη θέση το σχολείο και να μετανιώσει για την απόφαση της, εν τέλει τα καταφέραμε και συμμετείχαμε στο σχολικό πρωτάθλημα. Από εκεί και πέρα ενεργοποιηθήκαμε όλοι για να φτιάξουμε εμφανίσεις, να κάνουμε προπονήσεις σε κλειστά γήπεδα κλπ. Ήταν πολύ αγχωτικά όλα, αλλά παράλληλα και πολύ όμορφα που ακόμα τα θυμόμαστε. Περιττό να σας πω πως δεν έγινε το παραμικρό, φτάσαμε μέχρι τον τελικό της περιφέρειας μας, αλλά δυστυχώς τότε χάσαμε από ένα σχολείο της Νίκαιας που ομολογουμένως είχε πολύ καλούς παίκτες, και παίκτες που έπαιζαν στον Ιωνικό Νικαίας. Αλλά, η όλη διαδικασία ήταν πολύ ευχάριστη και πάνω απ’ όλα ήμασταν συνεπείς σε αυτό που υποσχεθήκαμε στη διεύθυνση του Σχολείου μας.

– Κάποιο μάθημα που να είχες περισσότερη κλήση και κάποιος καθηγητής που να συμπαθούσες παραπάνω;

Το μάθημα που μου άρεσε περισσότερο ήταν η κοινωνιολογία. Δεν πιστεύω πως ήταν θέμα καθηγητή, αλλά η θεματολογία αυτού του μαθήματος. Ο αγαπημένος μου καθηγητής ήταν ο Frère Luis. Για όσους τον ξέρουν και τον θυμούνται, είχε μια απίστευτα γλυκιά φυσιογνωμία και μία μοναδική ηρεμία και πραότητα. Όλες του οι κουβέντες ήταν πολύ φιλοσοφημένες και αυτό που μου είχε κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση ήταν πως παρόλη την μεγάλη του ηλικία, βλέποντας τον  με τα ράσα,  σου προκαλούσε δέος αλλά ήταν πάντα κοντά στα παιδιά και κατανοούσε πλήρως τα θέλω και τις  τρέλες (σύμφωνα πάντα με το νεαρό της ηλικίας) των παιδιών. Είχε έναν μοναδικό τρόπο να σε προσεγγίσει, να συζητήσεις το κάθε σου πρόβλημα και τελικά να κάνεις το σωστό. Αλλά με διάλογο, τεκμηριωμένα και όχι με απειλές ή λόγω εξουσίας.

– Φτάνει η στιγμή της αποφοίτησής σου από το Σχολείο. Επαγγελματικά πως το έχεις δει; Βασικά, πρώτα σε επίπεδο σπουδών και έπειτα επαγγελματικά γιατί φαντάζομαι δεν έγινες κατευθείαν διαιτητής στο μπάσκετ.

Ο πατέρας μου ήταν αρχιμηχανικός του εμπορικού ναυτικού. Πηγαίνοντας πολλά ταξίδια μαζί του τα καλοκαίρια που δεν είχα σχολείο, έβλεπα και έμαθα πως είναι να διαχειρίζεσαι καταστάσεις, παίρνοντας αποφάσεις είτε ζωτικής σημασίας είτε πιο απλές. Μου άρεσε πολύ όλη αυτή η διαδικασία των ναύλων, των εμπορευμάτων και η διαχείρισή τους. Από την άλλη, δεν ήθελε ο πατέρας μου και η μητέρα μου σε καμία περίπτωση να γίνω ναυτικός λόγω της μεγάλης δυσκολίας αυτού του επαγγέλματος από πολλές απόψεις. Έτσι λοιπόν, είχα βάλει στο μυαλό μου κάτι που συνδύαζε τα θέλω μου και ήταν πολύ κοντά σε αυτά που μου άρεσαν ανέκαθεν να κάνω, να ασχοληθώ με τα logistics. Ένας κλάδος, με πολλές προεκτάσεις και με πολλά ενδιαφέροντα. Έτσι λοιπόν, μετά την αποφοίτηση μου, συνειδητά, κατατάχτηκα αμέσως ως εθελοντής στον στρατό για να μην έχω καμία άλλη υποχρέωση και τέλος του ’87 (τότε υπηρετούσαμε 2 χρόνια), ήμουν ελεύθερος να ακολουθήσω αυτό που ήθελα.

Έτσι, ξεκίνησα να κάνω τις σπουδές μου πάνω στα logistics και παίρνοντας το πτυχίο μου, ασχολήθηκα αποκλειστικά σε αυτό τον κλάδο. Ήμουν τυχερός στην ζωή μου διότι δούλεψα σε πολυεθνικές εταιρείες ξεκινώντας ως supervisor ( σε γαλλική και γερμανική εταιρεία) και καταλήγοντας ως διευθυντής «ops manager» σε αμερικάνικη εταιρεία. Στην τελευταία δε, ήμουν για 23 χρόνια, αλλά δυστυχώς λόγω της οικονομικής κρίσης, μεταφέρθηκαν τα logistics σε χώρα του εξωτερικού.

– Και εν τέλει πως προκύπτει η ενασχόληση με το μπάσκετ;

Τον Σεπτέμβριο του ’89, και ενώ λόγω τραυματισμών είχα αποφασίσει να σταματήσω το basket ως ενεργός παίκτης, είχα βρεθεί σε ένα ανοικτό γήπεδο με φίλους για να παίξουμε μεταξύ μας. Εκεί ήταν και ένας φίλος, ο οποίος ήταν ήδη διαιτητής και πάνω στην κουβέντα μου πρότεινε να πάω να παρακολουθήσω την σχολή διαιτησίας που γινόταν τότε, μιας που συζητούσαμε πως θέλω να μείνω στον χώρο του μπάσκετ που τόσο πολύ αγαπώ. Χωρίς δεύτερη σκέψη, μου έδωσε όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για τη σχολή, έκανα την εγγραφή μου και έτσι ξεκίνησε το μεγάλο ταξίδι της διαιτησίας.

– Φαντάζομαι δύσκολο εγχείρημα το να συμβαδίζεις από τη μία διαιτητής, από την άλλη επαγγελματίας. Ειδικά όταν ξεκινάς ως «ρεφ» που πρέπει να σφυρίζεις στα Μίνι, τα Παιδικά, Εφηβικά κλπ.

Η αλήθεια είναι πως όταν κάνεις κάτι που αγαπάς τόσο πολύ, δε σου φαίνεται τίποτε “βουνό”. Στα πρώτα χρόνια της σταδιοδρομίας μου, διαιτήτευα όπως λες, μίνι παιδικά και εφηβικά. Οι αγώνες αυτοί, ήταν σε όλη την Αττική. Δε δυσκολεύτηκα ιδιαίτερα σε σχέση με την δουλειά μου γιατί οι αγώνες ήταν απογευματινές ώρες τις καθημερινές και όλο το σαββατοκύριακο. Ιδίως το σαββατοκύριακο, υπήρχαν πάρα πολλοί αγώνες μικρών κατηγοριών που έπρεπε να πάνε οι νέοι διαιτητές. Θυμάμαι, μέσα σε ένα σαββατοκύριακο είχα διαιτητεύσει 17 αγώνες ( 8 το Σάββατο και 9 την Κυριακή), πράγμα που αποτελούσε ρεκόρ. Τώρα η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω αν έχει σπάσει αυτό το ρεκόρ, αλλά για πάρα πολλά χρόνια το κατείχα (γέλια). Παρόλα αυτά, ποτέ δεν αρνήθηκα κανέναν αγώνα, οποιαδήποτε κατηγορίας, γιατί πάντα είχα στο μυαλό μου ως παιδί που ήμουν παίκτης, πως περίμενα την Κυριακή να έρθει για να παίξουμε αγώνα και τι απογοήτευση ένιωθα, πως λόγω μη παρουσίας διαιτητή, ο αγώνας δεν γινόταν. Βάση αυτού του συναισθήματος ΠΟΤΕ στην καριέρα μου δεν ανέβαλα παιχνίδι εκτός καιρικών συνθηκών.

Εδώ θα σας πω μία ιστορία για το πρώτο μου παιχνίδι. Ήταν στο ανοικτό του Ζωγράφου, κατηγορία μίνι αγόρια. Με είχαν βάλει με έναν άλλον συνάδελφο να μου δείξει πως λειτουργεί ο διαιτητής μέσα στο γήπεδο, τι κάνουμε από την ώρα που φτάνουμε, μέχρι την ώρα που φεύγουμε. Από σφυρίγματα μην περιμένατε και πολλά, ως πρώτο παιχνίδι που έβαζα σφυρίχτρα στο στόμα μου. Πήγα λοιπόν 45 λεπτά πριν την έναρξη του αγώνα, με την αγωνία να μην χάσω το γήπεδο και με όλα μου τα άγχη και καθόμουν στην εξέδρα βλέποντας τα παιδάκια να μαζεύονται σιγά σιγά και να ξεκινάνε το ζέσταμα. Περνούσε η ώρα, ο συνάδελφος που είχε ορισθεί μαζί μου, δεν είχε εμφανισθεί και φτάνουμε 5 λεπτά πριν την έναρξη. Εγώ ως μη γνώστης των διαδικασιών, πάω δειλά δειλά στην γραμματεία. Οι άνθρωποι εκεί με ρώτησαν ποιος είμαι και τι κάνω εκεί. (σημείωση: ακόμα δεν μας είχαν δώσει διαιτητικά ρούχα και είχα φορέσει ένα μαύρο παντελόνι δικό μου και μία γκρι μπλούζα πάλι δική μου, χωρίς βεβαίως κανένα διακριτικό). Όταν τους είπα πως είμαι διαιτητής και τους εξήγησα πως είμαι καινούριος κλπ., τότε μου είπαν πως θα περιμένουμε 15 λεπτά ακόμα τον άλλον διαιτητή (τον πιο έμπειρο) για να ξεκινήσουμε τον αγώνα και σε περίπτωση που δεν έρθει, το παιχνίδι θα αναβληθεί. (βάσει κανονισμού).

Περιμέναμε τον συνάδελφο, αλλά τελικά δεν ήρθε ποτέ. Πριν κλείσουμε το φύλλο αγώνα, μάζεψα και τους δύο προπονητές  και τους λέω: Δεν έχει έρθει ο συνάδελφος, έχετε αντίρρηση να το διαιτητεύσω μόνος μου; O ένας ήθελε, ο άλλος όχι. Καλά τους λέω θα σας ενημερώσω για το τι θα κάνω. Βλέποντας τα παιδάκια να κάνουν ζέσταμα και την χαρά που ένιωθαν παίζοντας μπάσκετ μπροστά στα μάτια των γονιών τους, η απόφαση μου ήταν άμεση και οριστική: Το παιχνίδι θα γίνει ΚΑΝΟΝΙΚΑ. (μου το έδινε το δικαίωμα ο κανονισμός).

Έμειναν όλοι με το στόμα ανοικτό, διότι ακόμα ήμουν «δόκιμος» διαιτητής, πρώτο μου παιχνίδι και να το διαιτητεύσω μόνος μου. Πραγματικά, δεν μετάνιωσα ποτέ γι’ αυτή μου την απόφαση. Άκουσα βέβαια τα εξ αμάξης από τους γονείς, αλλά ήταν το τελευταίο πράγμα που με απασχολούσε. Το ζητούμενο για μένα ήταν να ευχαριστηθούν τα παιδάκια (9-10  χρονών) που είμαι σίγουρος πως περίμεναν μία ολόκληρη εβδομάδα να παίξουν έναν αγώνα. Στο τέλος του αγώνα, ήρθαν και οι δύο προπονητές, να μου δώσουν το χέρι τους, ο ένας το έδωσε τυπικά, λέγοντας ευχαριστούμε, και ο άλλος δίνοντας το χέρι του μου είπε: “Μικρέ, έχεις τελικά πολύ θράσος, συνέχισε το γιατί φαίνεται πως το γουστάρεις”. (θυμάμαι ακόμα ακριβώς τα λόγια του).

Αυτή η εμπειρία μου ως πρώτο μου παιχνίδι, θα μου μείνει αξέχαστη, αλλά είμαι πεπεισμένος πως η απόφαση μου με βοήθησε για την εξέλιξη μου.

“Τα λάθη μειώνονται από την εμπειρία, αλλά την εμπειρία την αποκτάς από τα λάθη”

– Συνήθως πόσο χρόνο παίρνει για να ανελιχθεί κάποιος από εκεί που σφυρίζει παιχνίδια κατηγοριών, να σφυρίξει άνδρες; Και από εκεί ξέρω ότι έχει άλλη τόση προσπάθεια προκειμένου από τις τοπικές κατηγορίες να πας στις Εθνικές.

Οι διαιτητές χωρίζονται σε διαιτητές τοπικής κατηγορίας και σε διαιτητές εθνικών κατηγοριών. Ξεκινώντας από την τοπική κατηγορία, θέλεις 3-4 χρόνια για να έχεις το δικαίωμα να δώσεις εξετάσεις για τις εθνικές κατηγορίες.  Βέβαια, για να φτάσεις σε αυτό το σημείο, πρέπει να έχεις και μία καλή (νεαρή) ηλικία και αγώνες Α’ κατηγορίας (η ανώτερη του τοπικού επιπέδου). Από εκεί και πέρα, δίνεις εξετάσεις (αγωνιστικό και γραπτό τεστ) και αν όλα πάνε καλά, ονομάζεσαι διαιτητής Εθνικών κατηγοριών, ξεκινώντας από την Γ’ Εθνική Ανδρών και Α2 Εθνική Γυναικών. Από εκεί και πέρα, αν με τη χρησιμοποίησή σου σε αυτές τις κατηγορίες έχεις δείξει θετικά δείγματα, τότε μετά από 2 χρόνια ανεβαίνεις στην Β’ Εθνική Ανδρών και Α1 γυναικών. Το ίδιο ισχύει για να ανέβεις από Β’ Εθνική σε Α2 ανδρών, και από Α2 σε Α1. Άρα συνολικά, χρειάζεσαι 4 (τοπικά) + 2 (Γ’ Εθνική) + 2 (Β’ Εθνική) + 2 (Α2) + 2 (Α1) μας κάνει ένα σύνολο 12 έτη. Για αυτό λοιπόν λέμε, πως όσο πιο μικρός ηλικιακά ξεκινήσεις την διαιτησία, τόσο καλύτερο είναι για να έχεις μια καλή ηλικία αν όλα πάνε καλά και ανέβεις στην ιεραρχία των κατηγοριών.  Όλα τα παραπάνω έτη μπορεί να αλλάξουν ανάλογα με την περίπτωση κάθε διαιτητή. Αν υπάρχει κάποιος διαιτητής ο οποίος ξεκίνησε από μικρός και έχει όλα τα προσόντα και οι ειδικοί δούνε πως πραγματικά αυτός ο διαιτητής αξίζει να ανέβει έστω και να μην είναι ακριβώς στα 2 χρόνια, τότε μπαίνει σε τροχιά ανόδου με πολλή επιτήρηση για να βαδίσει στα σωστά μονοπάτια και όχι να είναι “κομήτης” και να χαθεί ξαφνικά.

Σε κάθε περίπτωση όμως είναι μία συνεχόμενη προσπάθεια και ένας διαρκής αγώνας για την εξέλιξη του κάθε διαιτητή. Να ξέρεις ένα πράγμα, στη διαιτησία ΜΟΝΟΝ η αφετηρία είναι γνωστή και ίδια σε ΟΛΟΥΣ. Το που θα φτάσει ο κάθε διαιτητής, ΚΑΝΕΝΑΣ δεν το ξέρει και ΚΑΝΕΝΑΣ δε μπορεί να του το προεξοφλήσει. Μέσα από την αγάπη που έχει, μέσα από την σκληρή και συνεχόμενη προσπάθεια του, μέσα από πολλούς αγώνες είτε διαιτητεύοντας, είτε παρακολουθώντας, βελτιώνεται και εξελίσσεται.

Και όπως λέω στα νεότερα παιδιά, «τα λάθη μειώνονται από την εμπειρία, αλλά την εμπειρία την αποκτάς από τα λάθη».

– Πότε ήταν το πρώτο παιχνίδι που σφύριξες στην Α1;

Ήταν το 1998 στο κλειστό γήπεδο της Λαμίας. Ο αγώνας ήταν μεταξύ των ομάδων Παναθηναικού με Ηρακλή, σε ουδέτερο γήπεδο λόγω τιμωρίας της έδρας του Παναθηναικού. Θυμάμαι σε αυτόν τον αγώνα, είχε έρθει να με δει η σύζυγος  μου με τον γιό μου (ήταν τότε 5 χρονών) , οι γονείς μου, καθώς και πολλοί φίλοι μας. Θεωρώ πως κάθε διαιτητής έχει πολύ ωραίες αναμνήσεις από το πρώτο του παιχνίδι στην υψηλότερη κατηγορία που μπορεί να παίξει.

“The most important is not who is right, BUT, what is right for the game”

– Γενικότερα ποιο είναι το πρόγραμμα κάποιου διαιτητή Α1. Πέρα από την καλή γνώση των κανονισμών, ως προς τη φυσική κατάσταση και άλλα ζητήματα, τι πρέπει να εξασκεί σε καθημερινή ή τακτική βάση;

Πλέον η διαιτησία σε αυτό το επίπεδο έχει πολλές απαιτήσεις και πρέπει να λειτουργείς επαγγελματικά. Και όταν λέω επαγγελματικά, εννοώ να έχεις επαγγελματική νοοτροπία και συνείδηση. Προφανώς η γνώση των κανονισμών είναι ένα από τα βασικότερα που θα πρέπει να κατέχει ο διαιτητής. Και όταν μιλάμε για κανονισμούς μιλάμε να τους έχεις μελετήσει και όχι απλώς να τους ξέρες γενικά. Μέσα σε έναν αγώνα, δεν ξέρεις ποτέ τι πρόκειται να αντιμετωπίσεις και έτσι θα πρέπει να είσαι έτοιμος να απαντήσεις σε κάθε ερώτηση που θα δεχθείς ή σε κάθε περίπτωση που πρέπει να εφαρμόσεις πάντα βάσει κανονισμού. Η φυσική κατάσταση είναι το άλλο δεδομένο που πρέπει να έχει ένας διαιτητής στις υψηλότερες κατηγορίες. Όπως αντιλαμβάνεστε, το παιχνίδι πλέον έχει γίνει τόσο γρήγορο και τόσο physical, που θα πρέπει να είσαι πολύ καλά προπονημένος για να είσαι κομμάτι του αγώνα και όχι ξένο σώμα. Επίσης, ένα άλλο στοιχείο που επιβάλλεται να έχει ένας διαιτητής είναι η θέληση και το σθένος. Τη θέληση τη χρειάζεται για να συνεχίζει ότι και να του συμβεί, και το σθένος να αντιμετωπίσει δύσκολες καταστάσεις και αν πέσει να ξανασηκωθεί. Γιατί όπως καταλαβαίνεις, ο δρόμος της διαιτησίας δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Τέλος, αυτό που θα πρέπει να έχει ο διαιτητής υψηλών κατηγοριών, είναι η αντίληψη του παιχνιδιού , αυτό που λέμε μπασκετικό IQ,. Αυτό, αν θέλεις την γνώμη μου, είναι και το πιο δύσκολο κομμάτι γιατί, δε διδάσκεται, δεν υπάρχει πουθενά γραμμένο για να το μάθεις απ’ έξω, απλά έρχεται από τις μπασκετικές σου καταβολές και πόσο έχεις δουλέψει σε αυτό, βλέποντας πολλούς αγώνες, κατανοώντας την ουσία των σφυριγμάτων και διαβάζοντας σωστά το παιχνίδι.

Εδώ θα σας πω ένα ρητό που πάντα το έχω στο μυαλό μου, και πορεύθηκα με αυτό. Είναι από έναν καθηγητή διαιτησίας της FIBA,  σε ένα σεμινάριο και κατά την γνώμη μου, αποτυπώνει τα πάντα που ανέφερα πιο πάνω. Συγγνώμη, θα το αναφέρω ακριβώς όπως είναι στα αγγλικά, γιατί στη μετάφραση χάνει:

The most important is not who is right, BUT, what is right for the game”

– Ο μισθός του διαιτητή στην Α1 αρκεί για να βιοπορίζεται κάποιος από αυτό το επάγγελμα ή αναγκαστικά θα πρέπει να κάνει και κάποιο άλλο επάγγελμα;

Ρητά και κατηγορηματικά, ΟΧΙ. Σε καμία περίπτωση δε σε καλύπτει οικονομικά η αμοιβή του αγώνα και ας είναι της υψηλότερης κατηγορίας. Εδώ, θα τολμήσω να σου πω κάτι που το λέω πολύ συχνά και είναι πραγματικό. Είμαστε διαιτητές, μέχρι το επόμενο παιχνίδι. Κανένας δεν μπορεί να μας εξασφαλίσει ότι θα παίξουμε και την άλλη αγωνιστική. Επίσης, βάλε και τον παράγοντα της ενδεχόμενης τιμωρίας κάποιου διαιτητή, κάποιου τραυματισμού και διάφορων απρόβλεπτων παραγόντων που θα σε κάνουν να απέχεις από κάποιους αγώνες. Όλα τα παραπάνω, καλώς ή κακώς είναι μέσα στο πρόγραμμα του κάθε διαιτητή, για αυτό και είμαι τόσο κάθετος στην απάντηση μου. Στην ζωή, πρέπει να βάζεις προτεραιότητες. Εγώ ξεκίνησα και τελείωσα την καριέρα μου με την εξής ιεραρχία:

Ψηλά και πάνω στις προτεραιότητες μου είναι η οικογένειά μου και η δουλειά μου και από τα ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΝΤΑ, ψηλά και πρώτη η διαιτησία. ΑΛΛΑ, από τα δευτερεύοντα. Ποτέ δεν έβαλα τη διαιτησία πιο ψηλά από την οικογένεια μου και την επαγγελματική μου εξέλιξη. Πάντα τη διαιτησία την έβλεπα ως ένα πολύ ωραίο χόμπι που ήμουν ευλογημένος κάνοντας αυτό το χόμπι να αμείβομαι. Και το λέω αυτό γιατί δεν υπάρχουν και πολλά χόμπι να αμείβεσαι συγχρόνως. Και για να μην παρεξηγηθώ. Πάντα λειτουργώντας ως σωστός επαγγελματίας και προσπαθώντας για το καλύτερο αποτέλεσμα.

– Να αναφέρουμε σε αυτό το σημείο ότι σφύριξες στο κορυφαίο επίπεδο μιας και ήσουν διεθνής διαιτητής. Πότε έλαβε χώρα αυτό;

Συμμετείχα από την αρχή της δημιουργίας της EUROLEAGUE το 2000.  Είχα την χαρά και την τύχη να συμμετέχω στην εν λόγω διοργάνωση από το 2000 έως το 2015. Όλο αυτό το ταξίδι των 15 ετών στην Euroleague, διαιτητεύοντας πολύ μεγάλες ομάδες, δίπλα από κορυφαίους διαιτητές, διδασκόμενος από κορυφαίους καθηγητές παγκοσμίως, καταλαβαίνετε πόσες και τι αναμνήσεις έχω. Από το 2015 έως το τέλος της καριέρας μου, λόγω ηλικίας, συμμετείχα στο Champions League της FIBA, που εκτός από τα πρωταθλήματα, είχα την τύχη να συμμετέχω σε Πανευρωπαικά U20, Παγκόσμιο U20 και δύο Afrobasket. Το ένα στην Μαδαγασκάρη και το άλλο στην Τυνησία. Γενικώς θα έλεγα πως έκλεισα την καριέρα μου, εντελώς “γεμάτος” και με ανεξίτηλες αναμνήσεις.

– Θέλω λοιπόν να μου αναφέρεις την καλύτερη στιγμή σου που θυμάσαι ως «ρεφ» αλλά και την πιο δύσκολη.

Η καλύτερη στιγμή που θα ξεχώριζα είμαι σίγουρος πως θα περίμενες να σου πω κάποιον αγώνα ή κάτι αντίστοιχο. Αλλά για μένα, η καλύτερη στιγμή ήταν όταν λίγο πριν το Σεπτέμβριο του 2000 με φώναξε στο γραφείο του ο τότε υπεύθυνος διαιτησίας της EUROLEAGUE, κ. Ρήγας και μου είπε πως θα ήθελε να με εντάξει στην ομάδα των 70 διαιτητών από όλη την Ευρώπη για το πρωτάθλημα που θα ξεκινούσε τον Οκτώβριο του 2000. Η χαρά μου ήταν πολύ μεγάλη για διάφορους λόγους. Ένας από αυτούς ήταν πως με επέλεξε ο κ. Ρήγας μέσα από πλειάδα διαιτητών της Ευρώπης και είχε μεγαλύτερη αξία γιατί τότε ακόμα δεν ήμουν διεθνής. Έγινα την επόμενη χρονιά μαζί με έναν άλλο συνάδελφο μου από την Ελλάδα που είχε κληθεί και εκείνος. Καταλαβαίνετε λοιπόν πόση χαρά πήρα και τι τιμή ήταν για μένα αν και όχι ακόμα διεθνής να συμμετέχω στο πρωτάθλημα της Euroleague.

Η πιο δύσκολη στιγμή μου, ήταν όταν λόγω δύο επεμβάσεων στην μέση μου, αναγκάστηκα να χάσω όλο τον πρώτο γύρο της Euroleague και της Ελλάδας. Πραγματικά, δεν ήξερα αν ποτέ θα ήμουν σε θέση να ξαναδιαιτητεύσω, μιας που η διαιτησία θέλει πολύ καλή προετοιμασία, φυσική κατάσταση και προπονήσεις στα “κόκκινα” που λέμε. Αλλά με την πλήρη στήριξη της οικογένειας μου, τη μεθοδευμένη αποκατάσταση από τον γιατρό μου και τον φυσικοθεραπευτή μου, τελικά τα κατάφερα και ξαναμπήκα στην ομάδα των διαιτητών της Euroleague.

– Ποιος ήταν ο κορυφαίος παίκτης που συνάντησες από κοντά όντας διαιτητής;

Ο Χουάν Κάρλος Ναβάρο.

– Πως κρίνεις το χώρο της ελληνικής διαιτησίας, διαχρονικά όπως επίσης και το ελληνικό μπάσκετ και σε τι επίπεδο το βλέπεις σήμερα;

Ανέκαθεν η Ελλάδα έβγαζε πολύ καλούς διαιτητές με εξαιρετικές παρουσίες στον παγκόσμιο χάρτη. Θεωρώ, πως όπως και τώρα βγάζει πολύ καλούς διαιτητές, έτσι θα συνεχίσει και στο μέλλον. Αυτό που χρειάζεται ο Έλληνας διαιτητής είναι να απελευθερωθεί από διάφορες προκαταλήψεις που υπάρχουν και να αποδώσει αυτό που πραγματικά μπορεί. Δυστυχώς στην Ελλάδα, έχουμε μία φιλοσοφία πως για κάθε ήττα της ομάδας, φταίει ο διαιτητής. Είναι σίγουρο πως σε ένα παιχνίδι ο διαιτητής θα κάνει λάθος, αυτό άλλωστε είναι ανθρώπινο. Και να σου πω και κάτι; Αυτό είναι και η ομορφιά του παιχνιδιού. Το ζητούμενο είναι τα λάθη να είναι ανθρώπινα και να μην εμπεριέχουν δόλο. Απλά ο διαιτητής είναι ο εύκολος στόχος, ο πιο εύκολος για να αποδώσουμε τα αίτια της ευθύνης της ήττας της ομάδας μας, βγάζοντας από την ευθύνη τον παίκτη ή τον προπονητή. Όσον αφορά το ελληνικό μπάσκετ σήμερα, είναι σίγουρο πως λόγω των καταστάσεων της οικονομικής κρίσης, οι σημερινοί παίκτες δεν είναι του επιπέδου που ήταν στο παρελθόν. Όλα είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Οικονομική ευρωστία σημαίνει επιλογή καλών παικτών, οι καλοί παίκτες ανεβάζουν την ανταγωνιστικότητα, η ανταγωνιστικότητα φέρνει ενδιαφέρον, το ενδιαφέρον φέρνει χορηγούς και πάει λέγοντας. Υπάρχει δηλαδή ένας μηχανισμός που πάντα σε τραβάει προς τα πάνω. Και το πάνω σημαίνει πάντα «καλύτερος». Και αυτό ισχύει για όλους τους συμμετέχοντες ενός οργανισμού που λέγεται μπάσκετ.

– Πλέον, με τι ασχολείσαι και σε τι επίπεδο και επαγγελματικά και διαιτητικά;

Μεταξύ των παριστάμενων στη φώτο, αριστερά, ο επίσης απόφοιτος της Σχολής, Ιωσήφ Βουράκης

Όπως προανέφερα, από το 2017 που η εταιρεία που ήμουν στα logistics ως operation manager έκλεισε στην Ελλάδα και μεταφέρθηκε στο εξωτερικό, ξεκίνησα να δουλεύω στην Ένωση Σωματείων Καλαθοσφαίρισης Νοτίου Αττικής ( Ε.Σ.ΚΑ.Ν.Α).  Η Ένωση ασχολείται με όλα τα τοπικά σωματεία της περιφέρειας της Νοτίου Αττικής. Ο όγκος της δουλειάς είναι πολύ μεγάλος, το φάσμα των λειτουργιών για την διοργάνωση των τοπικών πρωταθλημάτων (όλων των κατηγοριών, από Μίνι έως Α’ κατηγορία) είναι πολύ ευρύ και οφείλουμε ως Ένωση να τα έχουμε όλα στην εντέλεια. Πέρα των συγκεκριμένων καθηκόντων μου στην Ένωση, είμαι υπεύθυνος για την ανάπτυξη της διαιτησίας στο γεωγραφικό μας χάρτη και ιδίως για την ανάδειξη νέων διαιτητών που θα αποτελέσουν το αύριο στη διαιτητική οικογένεια. Είναι ένας χώρος που μου αρέσει πάρα πολύ και ευελπιστώ πως με την όποια εμπειρία μου, να βοηθήσω όσο μπορώ τα νέα παιδιά να πετύχουν τον στόχο τους και να πραγματοποιήσουν τα όνειρα τους.

– Φτάνοντας προς το τέλος, θα ήθελα να μου πεις, αν θυμάσαι, την πιο μοναδική ή ευχάριστη στιγμή στο Σχολείο.

Τι μου θύμισες τώρα (γέλια)! Λοιπόν. Στο σχολείο, είχαμε το περιβόητο «καρνέ». Το καρνέ αυτό ήταν ένα μικρό μπλοκάκι που το είχε ο κάθε μαθητής μαζί του και εκεί έγραφαν οι καθηγητές ότι «μεμπτό» είχες κάνει. Από αταξία μέχρι και αν ήσουν κάποια μέρα αδιάβαστος. Υπήρχε η υποχρέωση πώς αν σου έγραφε ο καθηγητής κάτι στο καρνέ, την επόμενη μέρα, θα έπρεπε να του το έδειχνες έχοντας την υπογραφή του κηδεμόνα σου στην παρατήρηση. Έτσι, με αυτό τον τρόπο, το σχολείο ήξερε πως ο κηδεμόνας είχε λάβει γνώση για την παρατήρηση που είχε γραφτεί.

Μία μέρα λοιπόν, αφού είχαμε γράψει διαγώνισμα στην φυσική, ήταν στην αίθουσα ο καθηγητής και ήταν έτοιμος να μας πει τους βαθμούς. Λίγο πριν ξεκινήσει, τον διέκοψε ένας συνάδελφος του και του είπε πως τον θέλει επειγόντως ο διευθυντής στο γραφείο του. Σηκώθηκε να πάει και πριν φύγει λέει: “Πηλοΐδη, είσαι υπεύθυνος για την τήρηση της τάξης στην αίθουσα μέχρι να γυρίσω”. Σηκώθηκα και εγώ, πήγα πάνω στην έδρα για να αναλάβω δράση. Εκεί που καθόμουν στην έδρα, είδα την λίστα με τα αποτελέσματα των διαγωνισμάτων μας. Είχα λοιπόν την φαεινή ιδέα να την πάρω και να αρχίσω να τα ανακοινώνω στα παιδιά. Δυστυχώς για μένα, η έδρα ήταν σε τέτοια θέση που δεν έβλεπα την πόρτα της αίθουσας. Και εκεί που εγώ λέω τους βαθμούς του κάθε συμμαθητή μου, έχει μπει ο καθηγητής μέσα. Τον είχαν δει όλοι οι άλλοι, αλλά εγώ όχι. Συνέχιζα απτόητος. Κάποια στιγμή σηκώνω τα μάτια μου από τα γραπτά του καθηγητή και τον βλέπω να με κοιτάζει. Μου κόπηκαν τα πόδια. Άσπρισα. Γυρίζει και μου λέει, “συνέχισε, μιας που άρχισες συνέχισε το”. Εγώ, συνέχισα και αφού τελείωσα με έστειλε στο γραφείο του διευθυντή. “Δύο μερούλες αποβολή ο Πηλοΐδης”. Και το πιο δύσκολο ήταν πως έπρεπε να υπογράψει και η μητέρα μου το περιβόητο καρνέ. Ήταν μια εμπειρία, μια τρέλα της ηλικίας που παρ’ όλα αυτά, ακόμα και τώρα μετά από τόσα χρόνια όταν συναντιόμαστε με τους παλιούς συμμαθητές μου, ακόμα γελάμε με τις αντιδράσεις όλων μας.

“Το σημαντικό είναι πως ανεξαρτήτως των συνθηκών, δεν χανόμαστε και κρατάμε την επαφή μας”

– Όσο κλισέ κι αν ακουστεί, έχεις κρατήσει επαφή με συμμαθητές σου από τότε;

Ναι και είναι πολύ ωραίο αυτό. Μία φορά τον χρόνο μέχρι πέρυσι, συναντιόμασταν σε κάποιο μαγαζί και τα λέγαμε από κοντά. Από πέρυσι λόγω της κατάστασης, οι συναντήσεις μας γίνονται διαδικτυακά. Έχει και αυτό το γούστο του. Πάντως, το σημαντικό είναι πως ανεξαρτήτως των συνθηκών, δεν χανόμαστε και κρατάμε την επαφή μας. Και το πιο ωραίο είναι πως κάθε φορά η παρέα αυξάνεται γιατί κάποιος φέρνει και κάποιον άλλον και έτσι μεγαλώνει η ομάδα.

– Ένα μήνυμα που θα ήθελες να δώσεις στους συναπόφοιτους/ες που θα διαβάσουν τη συνέντευξή σου.

Θα ήθελα να τους πω, πως ποτέ μην ξεχάσουν τις στιγμές του σχολείου, και να προσπαθήσουν να κρατάνε επαφή με τα άτομα που περάσανε τόσα χρόνια μαζί.

Μέσω αυτής της συνέντευξης, θα ήθελα να αναφερθώ σε κάποιους αφανείς ήρωες, χωρίς τους οποίους ίσως δεν θα είχα την εξέλιξη που είχα.

Θα ήθελα να ευχαριστήσω δημοσίως τη σύζυγό μου η οποία στάθηκε δίπλα μου σε αυτό το υπέροχο ταξίδι, μεγαλώνοντας δύο παιδιά σχεδόν μόνη της, μιας που σχεδόν κάθε εβδομάδα έλειπα στο εξωτερικό για 2 με 3 μέρες. Επίσης, τη μητέρα μου, τον πατέρα μου, την αδερφή μου και τη θεία μου οι οποίοι ήταν από την αρχή υποστηρικτές της προσπάθειας που έκανα και που παραμένουν μέχρι και τώρα το πιο θερμό μου κοινό.

Τάσος Πηλοΐδης, Qui est qui

Έτος Αποφοίτησης: 1985

Αγαπημένο μότο:  “Μακριά είναι εκεί που δε θέλεις να πας”

Αγαπημένος καθηγητής: Γιώργος Ληξουριώτης

Πρόσωπο – πρότυπο: Frère Luis

Καλύτερος διαιτητής που συνεργάστηκες: Νίκος Πιτσίλκας

Αγαπημένο νούμερο:  17 (αυτό φορούσα στη μπλούζα διαιτησίας στην Euroleague)

Αγαπημένο φαγητό: Ψητό κοτόπουλο με γλυκοπατάτες

Αγαπημένο χρώμα: Μπλε

Χόμπι: Τρέξιμο και τένις

Αγαπημένο μέρος: Διακοπτό Αχαΐας

* Ο Τάσος Πηλοΐδης είναι Υπεύθυνος για την ανάπτυξη της διαιτησίας στην ΕΣΚΑΝΑ και πρώην διεθνής διαιτητής.

Ίσως σε ενδιαφέρουν …

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ

Ας κρατήσουμε επαφή